Το κείμενο γράφεται με αφορμή το συμπέρασμα του Λιθογράφου, στην τελευταία του ανάρτηση ότι η Μεταπολίτευση έφτασε στο τέλος της. Θα προσπαθήσω να δείξω ότι η Μεταπολίτευση δεν τελείωσε ακόμη και, μάλιστα, ότι κινδυνεύουμε να ανακάμψει με μια χειρότερη μορφή.
Έχουμε συνηθίσει να λέμε Μεταπολίτευση την περίοδο από το 1974 μέχρι τις μέρες μας. Μετά την πτώση της Χούντας και την ανόρθωση της Δημοκρατίας, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και την ψήφιση νέου Συντάγματος, αργά αλλά σταθερά, το πολιτικό σύστημα εξελίχτηκε σε περισσότερο δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό και η αναδιανομή του εισοδήματος με κάθε τρόπο κυριάρχησε ως σύνθημα αλλά και ως πρακτική.
Πολλοί ευαγγελίστηκανε το Τέλος της Μεταπολίτευσης. Ο Γιώργος Παπανδρέου σε συνέντευξη του το 1986 μίλησε γι' αυτό. Ο Σημίτης και οι υποστηρικτές του μιλήσανε γι' αυτό το 1996. Ο Καραμανλής και δικοί του έκαναν το ίδιο το 2004. Αποδεικνυόταν καλό επικοινωνιακό τρικ. Για κάποιο λόγο οι περισσότεροι ήθελαν να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση, ήδη από πολύ νωρίς.
Μόνο που δεν τελειώναμε. Η Μεταπολίτευση σημαδεύτηκε από ένα γεγονός, του οποίου τη σημασία αντιλαμβανόμαστε πλήρως στις μέρες μας. Η "γεωμετρία" της εξουσίας μεταβλήθηκε σημαντικά. Σταθερές του μετεμφυλιακού κράτους, όπως τα Ανάκτορα, ο Στρατός, η Αστυνομία, η Εκκλησία, εξαλείφθηκαν ή υποχώρησαν σημαντικά. Απέναντι σ' αυτά ορθώθηκαν νέες σταθερές, η Βουλή των Ελλήνων αρχικά, ο Συνδικαλισμός μετά το '81, η Τοπική Αυτοδιοίκηση μετά το '94, τα μίντια, μετά το σκάνδαλο Κοσκωτά και την ιδιωτική τηλεόραση. Πίσω, όμως, και πάνω από αυτά βρισκόταν το μοντέλο του μαζικού κόμματος. Το μαζικό κόμμα, το μοντέλο που τελειοποίησε το ΠΑΣΟΚ, αλλά αντέγραψαν πρόθυμα όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, ακόμη και τα βραχύβια, βασιζόταν στη δημιουργία ενός ιστού, σε επιμελητήρια, συνδικάτα, ενώσεις συνδικάτων, σωματεία, συνεταιρισμούς και ενώσεις κάθε μορφής (στις μέρες της ακμής του), προκειμένου ο συντονισμός των πελατειακών δικτύων, όταν ήταν στην εξουσία, ή της αντιπολίτευσης, όταν τη διεκδικούσε, να είναι κάθετος και χωρίς προβλήματα. Αντικατέστησε τα παλιά πελατειακά δίκτυα που ήταν συνήθως προσωπικά -γι' αυτό και παλαιότερα ο κομματικός πατριωτισμός δε θεωρούταν σπουδαία αρετή για ένα πολιτικό, όπως έγινε στη Μεταπολίτευση και οι "μεταγραφές" πολιτικών ανάμεσα σε κόμματα ήταν πολύ πιο συνηθισμένο φαινόμενο. Στη θέση της πυραμίδας των πελατειακών σχέσεων εμφανίστηκε ένας κομματικός στρατός που δρούσε συντεταγμένα, αναπαράγοταν με δημόσιο χρήμα και αποζητούσε την εξουσία, χωρίς να να ενδιαφέρεται για την υποταγή σε συγκεκριμένα πρόσωπα ("είμαστε με αυτόν που μπορεί να κερδίσει!"). Ο λαϊκισμός είχε πολλές μορφές, κάποτε ανέξοδος (πχ υπερπατριωτισμός, επαναστατικός ακτιβισμός), συνήθως, όμως, χρειαζόταν παροχές ή ειδικές εξυπηρετήσεις. Η επιχειρηματικότητα δαιμονοποιήθηκε και επιβίωσε κυρίως η κρατικοδίαιτη, το χάσμα των αμοιβών δημόσιου -ιδιωτικού τομέα άνοιξε πολύ υπέρ του πρώτου και γενικά το κόμμα ήταν ο ρυθμιστής της κατάστασης, αναλόγως το πεδίο εφαρμογής της εξουσίας (χώρα, νομός, δήμος, αγορά, επιχείρηση, συνεταιρισμός κοκ).
Όσο ενοχλητικό κι αν είναι να το θυμόμαστε τέτοιες μέρες, το μαζικό κόμμα σταθεροποίησε τη Δημοκρατία. Έδωσε μεν διεξόδους κοινωνικής ανόδου σε πολλούς ανίκανους και απατεώνες αλλά, επίσης, έσπασε τα ταξικά και πολιτικά στεγανά που υπήρχαν σε παλιότερες εποχές. Μια νέα γενιά ανθρώπων απαλλαγμένη από τα πάθη και τα κολλήματα της μετεμφυλιακής Ελλάδας κατάφερε να αξιοποιήσει τις καλύτερες δεξιότητες που κατείχε και τις ευκαιρίες που ανοίγονταν από τον εκδημοκρατισμό και τον σταδιακό εξευρωπαϊσμό της χώρας.
Δεν ήταν όλοι ευχαριστημένοι με το μαζικό κόμμα. Οι παλιοί πάτρωνες παραπονούνταν πικραμένοι ότι η κοινωνία σάπιζε, νέοι άνθρωποι κάνανε κουμάντο, βγαίναν στην επιφάνεια και δρομολογούσαν εξελίξεις. Τέτοιες κατηγορίες δεν ήταν σοβαρές. Πολύ πιο σοβαρές, αντίθετα, ήταν οι κατηγορίες της νεοπαγούς Κοινωνίας των Πολιτών: επικρατούσε αδιαφάνεια, διαφθορά, αναποτελεσματικότητα, ατιμωρησία, μετριοκρατία και, σταθερά, το μαζικό κόμμα (το κ ά θ ε μαζικό κόμμα) να καλύπτει, να στηρίζει ή και να προωθεί συστηματικά όλα τα παραπάνω. Με αυτό ως κοινό παρονομαστή, δεν είναι περίεργο που σταδιακά όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα ήρθαν κοντά. Δεν έβγαινε με τίποτε άκρη με τις καταγγελίες για σκάνδαλα, ρουσφέτια, καταχρήσεις εξουσίας και άλλα πολλά (κάποια από τα οποία, έχω περιγράψει εδώ). Υποψίες και φήμες υπήρξαν πολλές αλλά κανείς από όσους προσπάθησαν δεν μπόρεσε να αποδείξει τίποτε -και σε μια αξιόπιστη Δημοκρατία, έστω και ατελής, απαιτούνται απτές αποδείξεις, όχι εικασίες.
Αλλά η Κοινωνία των Πολιτών ήταν, εν τέλει, αδύναμη: ποιος να ασχοληθεί συστηματικά με την οικοδόμηση θεσμών στη χώρα, όταν τα κοψίδια πετάγονταν διαρκώς δεξιά και αριστερά και οι περισσότεροι, στερημένοι καθώς ξεκίνησαν τη ζωή τους, σκοτωνόταν για να τα πάρουν πρώτοι;
Δυσαρέσκεια, όμως, υπήρχε και με άλλη μορφή. Πολλοί πυρήνες από τα αριστερά και από τα δεξιά αμφισβητούσαν την πολιτική νομιμοποίηση της Μεταπολίτευσης. Η τρομοκρατία και η πολιτική βία ήταν συστηματική για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου. Τα πρώτα χρόνια, σημαντικά προβλήματα προερχόταν όχι μόνο από τα αριστερά αλλά και από τα δεξιά -όπως φαίνεται εδώ. Σταδιακά, όμως, η βία από τα δεξιά περιορίστηκε σε αντιδράσεις "αγανακτισμένων πολιτών" σε συγκεκριμένα γεγονότα (πχ κατά τις καταλήψεις του Πολυτεχνείου). [Εν παρενθέσει: όσοι από εμάς παρακολουθούμε την επικαιρότητα από παλιά, εντυπωσιαστήκαμε με την ενθουσιώδη αποδοχή του όρου "αγανάκτηση" από την Αριστερά την περασμένη χρονιά]
Μια βασική αιτία (αλλά όχι η μόνη, ασφαλώς, πχ τα κοινοτικά πακέτα είχαν εξίσου σημαντικό ρόλο) για τη σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος και τον περιορισμό της πολιτικής βίας από τα δεξιά στην αρχή αλλά όχι μόνο, ήταν αναμφισβήτητα ο εξωφρενικός κρατισμός των 80s, ο εντονότατος συνδικαλιστικός ακτιβισμός της περιόδου -απεργία με το παραμικρό και για τα πάντα, από αυξήσεις μισθών μέχρι την παγκόσμια ειρήνη - οι επεμβάσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας, εκείνη την περίοδο, με τη μεταφορά των Αρχηγείων Στρατού και Αεροπορίας στη Λάρισα, τη διάλυση της Μεραρχίας των Καταδρομέων, την εισαγωγή των Ακαδημιών στις πανελλαδικές εξετάσεις και παρόμοιες ενέργειες. Είτε αποσκοπούσαν σε στόχους που δε μάθαμε ποτέ, είτε, απλώς, εμπέδωσαν αισθήματα ισότητας, αυτάρκειας και δημοκρατίας στην κοινωνία, είναι γεγονός ότι τα πάθη ηρέμησαν σταδιακά, και με την εξάρθρωση της τρομοκρατίας μετά το 2002, κανείς εξτρεμιστής δεν μπορούμε να πούμε ότι απειλούσε στο ελάχιστο την πολιτική σταθερότητα.
Παρόλα αυτά, οι σοβαρότεροι κλυδωνισμοί του πολιτικού συστήματος, δεν ταυτίστηκαν με την αναξιοκρατία, ούτε με την πολιτική βία -και υπ' αυτή την έννοια, τόσο η κοινωνία των πολιτιών όσο και τα άκρα μάλλον δεν κατάφεραν και πολλά. Απεναντίας, έντονη αστάθεια παρατηρήθηκε την περίοδο 1988 -1996, όταν τα (μαζικά μεν αλλά) αρχηγικά μεγάλα κόμματα προσπαθούσαν να περάσουν σε κάτι που να μοιάζει με κόμμα αρχών, ενώ παράλληλα, τα μίντια αύξησαν αισθητά την επιρροή τους στην κοινή γνώμη. Η περίοδος από το 1988, με το σκάνδαλο Κοσκωτά και την ασθένεια του Ανδρέα Παπανδρέου, ως τις βουλευτικές εκλογές το 1996 ήταν μια μίνι κρίση του πολιτικού συστήματος. Ήταν τότε που οι κυβερνήσεις δεν μπορούσαν να εξαντλήσουν την τετραετία, Ειδικά Διακαστήρια στήθηκαν, νέα Ειδικά Δικαστήρια βρέθηκαν στα σκαριά, το ΔΝΤ μας καλούσε διαρκώς να πάρουμε μέτρα, καθώς βρισκόμαστε κοντά στη χρεοκοπία, το ένα κόμμα εξουσίας άλλαζε αρχηγούς και στο άλλο μαίνονταν διαρκείς "δελφινομαχίες", ωσότου αποχωρήσει ο αρχηγός, ιδρυτής και, κατά τα φαινόμενα, το απόλυτο πρότυπο για κάθε Έλληνα πολιτικό αρχηγό μέχρι τις μέρες μας -αν κρίνω πόσο πολύ τον θαυμάζουν τελευταία στο ΣΥΡΙΖΑ. Και, όμως, το σύστημα του δικομματισμού ισορρόπησε τελικά και βγήκε ενισχυμένο, φτάνοντας στο peak τις εκλογές του 2004 -προσφέροντας χρήσιμα συμπεράσματα για το σήμερα.
Το σημείο καμπής ήταν αναμφισβήτητα η Συνθήκη του Μάαστριχ. Ψηφισμένη από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, σε μια εποχή που το Ειδικό Δικαστήριο βρισκόταν σε εξέλιξη, η συνθήκη απετέλεσε αξιόπιστο οδηγό σε μια χώρα που ο πιο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα χρόνια -καμιά φορά και πολύ λιγότερο. Σημαντική βοήθεια έδωσε και ο εκλογικός νόμος που ευνοούσε τις ισχυρές κυβερνήσεις. Αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι τα κόμματα εξουσίας έδειξαν ότι συλλαμβάνουν τα σήματα της κοινωνίας. Το ΠΑΣΟΚ υπερψήφισε ως αντιπολίτευση τη Συνθήκη του Μάαστριχ, δεν έστησε νέα Ειδικά Δικαστήρια ως κυβέρνηση, δημιούργησε τον ΑΣΕΠ (με τις ατέλειές του) και προτίμησε το Σημίτη αντί για τον Άκη. Η ΝΔ προχώρησε αποφασιστικά στον ευρωπαϊκό δρόμο ως κυβέρνηση, δεν κατήγγειλε τα Προγράμματα Σύγκλησης ως αντιπολίτευση, ενώ έδωσε χώρο σε νέους ανθρώπους στο εσωτερικό της. Ακόμη και η Πολιτική Άνοιξη εξέλεξε -μαζί με το ΠΑΣΟΚ -τον Κ. Στεφανόπουλο ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η δικαίωση αυτών των στρατηγικών ήρθε αργότερα, με την απορρόφηση ενός πακτωλού χρημάτων από την Ευρώπη, την εισαγωγή του €, την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, την υλοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων από ένα μεικτό σχήμα πολιτικών και τεχνοκρατών και παρόμοια γεγονότα. Ο περισσότερος κόσμος γεύτηκε τους καρπούς της πολιτικής ηρεμίας κατά τα πρώτα χρόνια του €, με μια άνευ προηγουμένου ευημερία για τη χώρα.
Και μετά ήρθε το κραχ... Από το 1997 ξέραμε ότι η βόμβα του Ασφαλιστικού θα σκάσει μετά το 2010, κυρίως λόγω της μεταβολής της Δημογραφίας. Από το 2002, με το σκληρό €, ήταν σαφές ότι ο ευρωπαϊκός Νότος έχανε σταθερά σε ανταγωνιστικότητα και από το 2007 ότι η παγκόσμια χρηματοπιστωτική φούσκα θα έσκαγε παταγωδώς. Από το 2008 και μετά, οι τρεις παράγοντες άρχισαν να συγκλίνουν ταχέως, προκαλώντας μια κλιμάκωση του προβλήματος, με καταστροφικές συνέργειες. Παρόλα αυτά, η Μεταπολίτευση πορευόταν τα τελευταία χρόνια χαρωπά προς την άβυσσο. Οι διαχρονικές αδυναμίες του πολιτικού συστήματος (προβληματική διάκριση των εξουσιών, πελατειακές σχέσεις, λαϊκισμός, πολιτικό χρήμα) δε διορθώνονταν -ούτε καν έγινε μια προσπάθεια, για την τιμή των όπλων. Οι "επίκτητες" αδυναμίες της Μεταπολίτευσης, αυτές που τη χαρακτηρίζουν -ο κρατισμός, η δαιμονοποίηση ή η απαξίωση των ξένων και πάνω απ' όλα το μαζικό, πανταχού παρόν, κυρίαρχο κόμμα -ως σήμερα, γιγαντώθηκαν και επιδεικνυόταν με μεγάλη αυταρέσκεια. Επομένως. μετά την ανώμαλη προσγείωση της οικονομίας, με την έξοδο από τις αγορές, το πολιτικό σύστημα ήταν παντελώς ανέτοιμο να διαχειριστεί τη νέα κατάσταση. Προσπάθησε φιλότιμα να σώσει τον εαυτό του, υπονόμευσε κάθε προσπάθεια και δυναμική μετεξέλιξης, τρομοκράτησε και καταλήστευσε όσο μπορούσε την κοινωνία, εκβίασε πρόσωπα και καταστάσεις ακόμη και στο εσωτερικό του. Η πολιτική βία επανέκαμψε, οι επίγονοι αποδείχτηκαν ανυπόμονοι, ακόμη και η κυβέρνηση συνεργασίας δεν άντεξε, η επιτυχία του PSI αμφισβητήθηκε από τους υπόλοιπους -λες και ήταν ποτέ δυνατό όλα να κοπούν στα μέτρα μας -και οι εκλογές έγιναν πρόσφατα χωρίς καμιά σοβαρή συζήτηση για το ποια χώρα θέλουμε. Η σαβούρα του πολιτικού συστήματος που κρυβόταν επιμελώς από τις μέχρι πρότινος ελίτ, βγήκε στην επιφάνεια. Θεωρίες συνωμοσίας, απίστευτες ιδεολογικές και πολιτικές τερατολογίες, οξύτατες αντιδράσεις, θεατρική "αγανάκτηση", παρανοϊκά σχήματα φαντασίας, "δράκοι" (πχ δάνεια από τη Ρωσία) κατέκλυσαν τον πολιτικό διάλογο και εκτρέψανε τη συζήτηση από κάθε σοβαρό και φλέγον θέμα.
Το σημείο καμπής όμως ήταν ότι τα κόμματα εξουσίας έστειλαν λάθος σήματα στην κοινωνία, αποδεικνύοντας ότι δεν κατάλαβαν την νέα κατάσταση ή δεν έχουν το κουράγιο να τη διαχειριστούν. Το ένα με τις οβιδιακές μεταμορφώσεις ως προς την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων, αναλόγως των καιρών, και το άλλο επιστρέφοντας, σταδιακά, στη γενέθλια ρητορική του, τρομαγμένο από την πολιτική του απομόνωση, προκάλεσαν τη διασπορά και την απογοήτευση σε εκείνες ακριβώς τις κοινωνικές δυνάμεις που μπορούσαν -και, ίσως, έπρεπε -να στηριχτούν. Καθόλου αναπάντεχα, το εκλογικό σώμα αποπροσανατολίστηκε, η πόλωση κυριάρχησε, κάθε θετικό μήνυμα αγνοήθηκε και τελικά η Ιστορία επαναλήφθηκε ως φάρσα. Ο παλαιός δικομματισμός συνετρίβη αλλά η πρόοδος είναι μακριά, τα μαζικά κόμματα αντικαθίσταται από νέα μαζικά κόμματα, η Νέα Αριστερά και η Νέα Δεξιά δε θέλουν αλλαγές, θέλουν επιστροφή στο παρελθόν, ώστε κάθε μία να δικαιωθεί (;) και να υλοποιήσει (;) και κάποια από τα γερασμένα οράματά της. Πίσω από αυτούς, κάθε ομαδούλα συμφέροντος σκέφτεται τα δικά της. Άλλος να γλιτώσει έστω κι αν φεσώσει, άλλος να κρατήσει τη δουλειά του έστω και εξόδοις των υπολοίπων, άλλος να βγάλει τα σχολικά του απωθημένα σε αυτούς που μισεί. Μια καθυστερημένη ιδεολογικά κοινωνία εξελίχθηκε πρώτα σε trendy απολιτίκ και τώρα γύρισε πίσω σε αυτό που ξέρει. Ούτε οι θεατρίνοι πολιτικοί, ούτε οι κρατικοδίαιτοι πνευματικοί άνθρωποι μπορούν να τη στηρίξουν.
Επομένως, οι τελευταίες εκλογές δεν αλλάξανε τίποτε ριζικά, η ακυβερνησία οφείλεται στην κονιορτοποίηση των ποσοστών των κομμάτων και όχι σε απαίτηση για νέες ιδέες και σχήματα, ο πολιτικός λόγος παραμένει τριτοκοσμικός (και αυτός επιβραβεύεται) και η ανατολή μιας νέας εποχής φαίνεται μακριά. Όλα αυτά μοιάζουν με ένα δυνατό σπασμό του συστήματος, της Μεταπολίτευσης που τόσοι μίσησαν, περιφρονώντας τα θετικά της, και άλλοι τόσοι θέλουν να την εξελίξουν, προσκρούωντας, όμως, επάνω στα συμφέροντα που εκείνη εξέθρεψε. Μοιάζει πολύ με ένα άλλο φημισμένο γεγονός, έναν όμοια απελπισμένο σπασμό που συνέβη στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη Μάχη των Αρδενών, από ένα άλλο σύστημα που έχανε διαρκώς έδαφος. Και για να νικήσουν τότε οι "καλοί" χρειάστηκε πολύ δουλειά ακόμη, καθώς η έκβαση ήταν τόσο αβέβαιη, όσο ακριβώς είναι και η δική μας τώρα. Οι "επίκτητες" αδυναμίες της Μεταπολίτευσης είναι εμφανώς παρούσες στην ιδεολογία και τον πολιτικό λόγο όσων κέρδισαν -όσο κέρδισαν -στις τελευταίες εκλογές.
Ήρθε λοιπόν, ήδη, το Τέλος της Μεταπολίτευσης; Με τίποτε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.