Αρέσει, συχνά, στους Έλληνες να παρομοιάζουν τη χώρα τους με πλοίο που ταξιδεύει στο πέλαγος, άλλοτε με ούριο άνεμο και άλλοτε με φουρτούνα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη χώρα δεν προέρχεται τόσο από το ότι δεν τρέχει γρήγορα στις καλές εποχές, όπως συμβαίνει π.χ με άλλες βαλκανικές χώρες. Αντιθέτως, προέρχεται από το ότι γυρίζει πολύ εύκολα πίσω, ιδίως στις κακές εποχές, και ύστερα είναι υποχρεωμένη να τρέξει πάλι προς τα εμπρός αλλά το μόνο που πετυχαίνει είναι να κερδίσει κάποιο χαμένο έδαφος. Θυμηθείτε μόνο τα αναίτια πισωγυρίσματα, κατά τα τελευταία εκατό χρόνια: η μικρασιατική καταστροφή, ο εμφύλιος, η χούντα. Για να μη μιλήσουμε για τις χρεοκοπίες του ελληνικού κράτους που συμβαίνουν κάθε γενιά. Δεν υπήρχε κανείς αντικειμενικός λόγος για τα περισσότερα από αυτά τα γεγονότα. Απλώς το πολιτικό σύστημα και η κοινωνία απέτυχαν, στο εσωτερικό τους, να διαπραγματευτούν μια ρεαλιστική στρατηγική για το μέλλον, σε κάποια κρίσιμη στιγμή.
Σήμερα ζούμε μια παρόμοια κρίσιμη στιγμή και τα ερωτήματα δεν είναι καθόλου μικρά. Γιατί ο πολιτικός διάλογος στην Ελλάδα εξελίχθηκε σε μία Βαβέλ, όπου ακόμη και απίστευτες τερατολογίες αντιμετωπίζονται ως σοβαρές και αξιόπιστες πολιτικές προτάσεις; (Όχι δεν υπήρχε Βαβέλ παλαιότερα στη μεταπολίτευση. Σωστό ή λάθος, οι Έλληνες ήξεραν συνήθως τι ήθελαν.) Γιατί το πολιτικό σύστημα θεωρεί ότι μπορεί να εξαπατήσει τους φορολογούμενους, επιβάλλοντας άδικους και παράλογους φόρους, για χάρη μιας μειοψηφίας πελατών που πρέπει να μείνει άθικτη, με μια ανεδαφική αυτοπεποίθηση ότι η κίνηση θα τελεσφορήσει; Γιατί δεν μπορεί να προχωρήσει η παραγωγική αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας; Και, πότε, επιτέλους, αυτή η χώρα θα βγει από το αδιέξοδο;
Ένας από τους περισσότερο ενδιαφέροντες διαχωρισμούς γύρω από τις προβλέψεις που κάνει ο Τάλεμπ στον Μαύρο Κύκνο, είναι οι διαβαθμίσεις της αβεβαιότητας, στηριζόμενος, απλώς, σε ένα λεξικό -τα παραδείγματα είναι δικά μου. Έτσι μιλά για το ήπια τυχαίο (hazard, στα γαλλικά), πχ η ρίψη ενός ζαριού, το απρόβλεπτα τυχαίο ή χαοτικό (fortuit, στα γαλλικά), πχ η κίνηση ενός μορίου αερίου στο χώρο, και το ρίσκο, το πραγματικά επικίνδυνο (rizk, στα αραβικά), πχ το γνωστό μοτίβο των μύθων της Ανατολής, όπου ο ήρωας αν αποτύχει στην αποστολή χάνει τη ζωή του από τον ηγεμόνα. Οι διαφορές ανάμεσα στα τρία είδη είναι μεγάλες. Μπορεί να μη μας εντυπωσιάζει πχ ότι ρίχνοντας ένα ζάρι έχουμε κάποιες, μία στις έξι, πιθανότητες (αναφέρομαι σε μη "πειραγμένο" ζάρι) να μαντέψουμε τη σωστή λύση. Παρόλα αυτά, όλοι ξέρουμε ότι αποκλείεται (0% η πιθανότητα) ένα ζάρι να φέρει εφτά. Ίσως μοιάζει να μην αξίζει πολύ, ως πρόβλεψη, αλλά προσφέρει μια βεβαιότητα και έχει τη σημασία της. Αντιθέτως, κάθε πρόβλεψη για την κίνηση των μορίων ενός αερίου είναι μάταιη. Δεν έχει νόημα να την επιχειρήσουμε, δεν ποσοτικοποιείται, αφού ακόμη και το πιο σύνθετο μοντέλο δεν μπορεί να λειτουργήσει. Παρόλα αυτά, η ζημιά είναι περιορισμένη, αφού ούτε και κανείς άλλος μπορεί να κάνει ασφαλή πρόβλεψη. Και, τέλος, υπάρχει το πραγματικά επικίνδυνο -όχι υποχρεωτικά ως θέμα ζωής και θανάτου, μια χρεοκοπία πχ παραμένει επικίνδυνη -το οποίο πρέπει, φυσικά, να το αποφεύγουμε.
Πόσο εξοικειωμένοι είναι οι πολιτικοί και οι πολίτες της χώρας με τη διαχείριση της αβεβαιότητας και ιδίως τους πολιτικούς και οικονομικούς κινδύνους που παράγονται διαρκώς σε μια παρατεταμένη κρίση; Νομίζω ότι μπορούμε εύκολα να τους χωρίσουμε σε τρεις κατηγορίες. Προσοχή! Δεν έχει καμία σημασία ο πλούτος, η μόρφωση ή συμβατική ευφυΐα ενός πολιτικού ή ενός πολίτη. Ο διαχωρισμός, για τις ανάγκες της ανάλυσης, προκύπτει κυρίως από τα βιώματα, τα συμφέροντα και τη ρουτίνα του καθενός, αναφορικά πάντα με την αβεβαιότητα.
Στην πρώτη κατηγορία (ας την πούμε, οι Τυχεροί) ανήκουν δικαιωματικά όσοι ζουν -κατά το μάλλον ή ήττον -μια προστατευμένη ζωή, σαν αυτή που τόσο εγκωμίαζε η τηλεόραση εκείνες τις παλιές εποχές. Συνήθως, αυτό είναι προϊόν ενός περίπλοκου ή απλούστερου θεσμικού πλαισίου ή άτυπων πρακτικών. Εδώ μπορούμε να εντάξουμε, ιδίως, μεγάλα πολιτικά και αυτοδιοικητικά τζάκια, πολιτικούς του κομματικού σωλήνα, στρατευμένα κομματικά στελέχη, μόνιμους πολιτευτές, κλειστές αγορές, κλειστά επαγγέλματα, κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, εισοδηματίες, συνδικαλιστές (μεγάλους και μικρούς), ΔΥ με οργανικές θέσεις -ακόμη κι αν αμείβονται ελάχιστα, ακόμη κι αν δουλεύουν πολύ -εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ, σε ημιδημόσιους φορείς, συνεταιρισμούς κοκ. Διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό τους υπάρχουν πολλές. Άλλοι έχουν εξασφαλισμένη κοινωνική δύναμη, άλλοι ξέρουν ότι μέχρι 31/12 κάθε χρόνου θα παίρνουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, χρήματα για να ζουν όπως παλιά -πιο διακριτικά, βεβαίως, τα πάθη είναι σε έξαψη -ενώ άλλοι έχουν εξασφαλίσει απλώς κάποια χρήματα κάθε πρώτη του μηνός. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, νομίζουν ότι δύσκολα οι καταστάσεις μπορούν να πάνε στραβά, πέρα από κάποιο σημείο.
Σκεφτείτε την αναπαραγωγή των κυκλωμάτων των Τυχερών. Το κομματικό χρίσμα στην πολιτική και το συνδικαλισμό, την πολιτική προστασία στις κλειστές αγορές και επαγγέλματα, τη μονιμότητα των ΔΥ και των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ -ας αφήσουμε την κληρονομική διαδοχή σε βουλευτικές ή πανεπιστημιακές έδρες. Τι ικανότητες στη διαχείριση κινδύνων απαιτούνται; Λίγες. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν απαιτούνται άλλες ικανότητες. Σημαίνει, απλά, ότι οι Τυχεροί δε μαθαίνουν ποτέ πως να διαχειρίζονται την αβεβαιότητα. Σε χώρες όπου οι πολιτικοί προέρχονται από τον κόσμο των επιχειρήσεων ή της εργασίας, είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για το απροσδόκητο, γι' αυτό ακριβώς κανείς δε διανοείται να υποστηρίξει σοβαρά -ούτε καν στ' αστεία- πχ ότι πρέπει η χώρα του να αποχωρήσει από την ευρωζώνη.
Σκεφτείτε την αναπαραγωγή των κυκλωμάτων των Τυχερών. Το κομματικό χρίσμα στην πολιτική και το συνδικαλισμό, την πολιτική προστασία στις κλειστές αγορές και επαγγέλματα, τη μονιμότητα των ΔΥ και των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ -ας αφήσουμε την κληρονομική διαδοχή σε βουλευτικές ή πανεπιστημιακές έδρες. Τι ικανότητες στη διαχείριση κινδύνων απαιτούνται; Λίγες. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν απαιτούνται άλλες ικανότητες. Σημαίνει, απλά, ότι οι Τυχεροί δε μαθαίνουν ποτέ πως να διαχειρίζονται την αβεβαιότητα. Σε χώρες όπου οι πολιτικοί προέρχονται από τον κόσμο των επιχειρήσεων ή της εργασίας, είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για το απροσδόκητο, γι' αυτό ακριβώς κανείς δε διανοείται να υποστηρίξει σοβαρά -ούτε καν στ' αστεία- πχ ότι πρέπει η χώρα του να αποχωρήσει από την ευρωζώνη.
Στο σημείο αυτό, δεν έχει σημασία η ηθική διάσταση του θέματος, αν δηλαδή θα έπρεπε να υπάρχουν Τυχεροί ή όχι ή αν έπρεπε να είναι αυτοί οι Τυχεροί ή κάποιοι άλλοι και με ποιο τρόπο θα τους διαλέγουμε κάθε φορά. Ούτε έχει σημασία πόσοι είναι. Μήτε έχουν ιδιαίτερη σημασία οι εξαιρέσεις στον κανόνα, αφού, εκ των πραγμάτων, η όποια αβεβαιότητα είναι μικρή και πάντα περιορίζεται στο τυχαίο, με πολύ μικρή διακύμανση. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι δυσκολεύονται να κατανοήσουν πόσο εκρηκτικές μπορούν να γίνουν οι κοινωνικές εντάσεις, έπειτα από μια σταδιακή κλιμάκωση και για ποιο λόγο τέτοιες κλιμακώσεις πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία. Δε βλέπουν όλη την εικόνα αλλά το πιο ευχάριστο τμήμα της.
Η δεύτερη κατηγορία -αλίμονο, οι Άτυχοι - αναφέρεται σε όσους απολαμβάνουν τη συνηθισμένη προστασία του πολίτη σε μια δυτική δημοκρατία και τίποτε περισσότερο από αυτό. Επίσης, έχουν όλες υποχρεώσεις ενός πολίτη, συμπεριλαμβανομένης της επαχθούς βεβαιότητας της οικονομικής αφαίμαξης, μέσω της φορολογίας, υπέρ των Τυχερών. Φυσικά περιλαμβάνει ελάχιστους πολιτικούς, νυν ή πρώην, συχνά κάποιας ηλικίας, και αυτούς λόγω των βιωμάτων τους -στο βαθμό που τα θυμούνται -από τις συχνές εκτροπές που συνέβαιναν στη χώρα κατά το απώτερο παρελθόν. Περιλαμβάνει, όμως, πάρα πολλούς πολίτες, ανεξαρτήτως ηλικίας, ιδίως από τις μεσαίες και τις κατώτερες τάξεις. Εδώ ανήκουν και οι περισσότεροι συνταξιούχοι επειδή δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους από τις ορέξεις ή τους σχεδιασμούς των κυβερνήσεων.
Αυτοί οι πολίτες έχουν πείρα από την πολιτική και την οικονομική αβεβαιότητα. Έχουν γνωρίσει, πολλές φορές σε κάποιες περιπτώσεις, την ανεργία ή την πτώχευση ή την επαγγελματική στασιμότητα, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια, και άλλες αναποδιές, και έχουν καταλάβει ότι δεν μπορούν να ελέγξουν το χαοτικό, όπως πχ την κατάσταση της σημερινής Ελλάδας, η οποία στροβιλίζεται σαν φτερό στον άνεμο. Μπορούν όμως να καταλάβουν την αξία του τυχαίου, την ασφάλεια που προκύπτει από ορισμένες βεβαιότητες, έστω κι αν δεν μπορούν να γίνουν ασφαλείς προβλέψεις. Όσοι ανήκουν σταθερά -και όχι λόγω κρίσης -σε αυτή την κατηγορία πχ έμποροι ή στελέχη επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε ανταγωνιστικές αγορές, καταλαβαίνουν πχ ότι η Ελλάδα παραμένοντας μέλος της ΕΕ κερδίζει απ' αυτό, παρόλο που δεν μπορεί να επηρεάσει την πολιτική των ευρωπαϊκών θεσμών για το πόση λιτότητα είναι ωφέλιμη και πόση ανάπτυξη χρειάζεται. Οι Άτυχοι έχουν επίγνωση της θέση τους σήμερα, καθώς και της θέσης των Τυχερών. Δεν είναι, όμως, αποκομμένοι από την κοινωνία.
Η τελευταία κατηγορία είναι, ασφαλώς, οι Αδιάφοροι. Τα συμφέροντα τους είναι, ούτως ή άλλως, εκτεθειμένα σε σοβαρούς κινδύνους, επομένως, δεν χρειάζονται ιδιαίτερα το Κράτος γενικά, και ειδικά το αποτυχημένο και χρεοκοπημένο νεοελληνικό κράτος. Πχ όσοι δραστηριοποιούνται, ως επιχειρηματίες, ως στελέχη ή ως εργαζόμενοι, στη ναυτιλία ή τον τουρισμό ή εξάγουν τα προϊόντα τους, εκ των πραγμάτων, πρέπει να συνεργάζονται ή να ανταγωνίζονται ή να διαπραγματεύονται με πολύ διαφορετικούς ανθρώπους, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Σκεφτείτε μόνο πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος και πόσο διαφορετικοί μπορούν να είναι οι άνθρωποι αναλόγως του πολιτισμού, του κλίματος, της ιστορίας, της κοινωνικής τάξης κλπ: από Άγγλους αριστοκράτες μέχρι Σομαλούς πειρατές, από μεσήλικες μανδαρίνους του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας μέχρι ιδιοφυείς εικοσάρηδες της Silicon Valley, από καταναλωτές με latin spirit στην Λατινική Αμερική μέχρι αυστηρούς παραδοσιακούς Άραβες τελωνειακούς ή Γερμανούς τουρίστες. Κάθε λάθος πληρώνεται άμεσα και αν η κατάσταση ξεφύγει μπορεί να ακολουθήσει εύκολα μια οικονομική καταστροφή. Σε ένα μεγάλο κόσμο, όλοι μπορούν να να αντικατασταθούν από κάποιο ανταγωνιστή τους. Σε αντιστάθμισμα, κάθε κέρδος είναι μεγάλο. Αρκεί βέβαια να μπορεί κανείς να διαχειριστεί σωστά τους κινδύνους. Ολομόναχος, εννοείται. Το ελληνικό κράτος είναι συχνά απόν. (Αυτός είναι ο λόγος που οι εφοπλιστές και οι Πατριάρχες, πράττοντας σοφά, καλλιεργούν επιμελώς σχέσεις με ισχυρές χώρες. Το οικονομικά και πολιτικά επικίνδυνο μετατρέπεται, έτσι, σε τυχαίο.) Τέτοιοι άνθρωποι ξέρουν πως να μοιράζουν τα αυγά σε πολλά καλάθια και το κάνουν συνήθως επιτυχώς. Γνωρίζουν πως να αποφεύγουν τους κινδύνους. Απλά είναι συνηθισμένοι να το κάνουν για δικό τους όφελος -ένα σοβαρό εμπόδιο για επιτυχημένη πολιτική σταδιοδρομία.
Δεν είναι, όμως, όλοι μακάριοι στην τελευταία κατηγορία, κάθε άλλο. Εκτεθειμένοι σε πολύ σοβαρούς κινδύνους είναι και άλλοι, πολύ περισσότεροι, πολίτες, εξίσου αδιάφοροι. Όσοι ανήκουν σε περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ σοβαρότερα προβλήματα από την περικοπή των "εξωτικών" επιδομάτων στο εισόδημά τους, όπως συμβαίνει με τους Τυχερούς. Μακροχρόνια άνεργοι, όσοι ζουν από την παραβατικότητα, όσοι αντιμετωπίζονται ως απόβλητοι ή χρησιμοποιούνται (π.χ.. μετανάστες, άστεγοι, τσιγγάνοι), ιδίως από κάποιους από τους Τυχερούς, έχουν λόγους να αδιαφορούν για την τύχη ημών των υπολοίπων. Μιλώντας για τους λεπρούς, ένα οξύ κοινωνικό πρόβλημα του 14ου αιώνα, ο Γουλιέλμος του Μπάσκερβιλ στο αριστούργημα του Ουμπέρτο Έκο Το Όνομα του Ρόδου, συνόψισε το διαχρονικό πρόβλημα των κοινωνικά αποκλεισμένων: οι λόγιοι (σσ: εννοούσε τους κοσμικούς και τους πνευματικούς άρχοντες που διαχρονικά είναι μέρος των Τυχερών) παίζουν με λέξεις, είτε υπερασπίζονται τους λεπρούς είτε τους κατηγορούν, αλλά οι ίδιοι οι λεπροί θα μας ήθελαν όλους λεπρούς ή νεκρούς. Η δυστυχία τους είναι πολύ βαριά για να γίνει κατανοητή μόνο με τις λέξεις.
Με βάση τα παραπάνω, οι μετακινήσεις ανάμεσα στις Κατηγορίες που τείνουν να λαμβάνουν χώρα, λόγω της παρατεταμένης κρίσης, διαμορφώνονται ως εξής:
(α) οι Τυχεροί λιγοστεύουν διαρκώς, χάριν (τρόπος του λέγειν) των Άτυχων και, λιγότερο, των Αδιάφορων. Κάποτε πχ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία από τις παλιές ειδικότητες των μηχανικών και τους εργολάβους ανήκαν στους Τυχερούς, ήταν καλά προστατευμένοι από ένα αναχρονιστικό θεσμικό πλαίσιο και τις άτυπες πρακτικές του κλάδου. Τίποτε από αυτά δεν άλλαξε, απλά δεν υπάρχουν, πλέον, χρήματα. Αυτό οδήγησε ακόμη και έμπειρους επιχειρηματίες σε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αφού ήταν πλήρως εξαρτημένοι από την εθνική αγορά (μια ανώμαλη προσγείωση από το τυχαίο στο χαοτικό ή το επικίνδυνο, ανάλογα με την περίπτωση). Δεν είναι το μόνο παράδειγμα, απλώς μου είναι γνωστό. Αν γίνουν πάντως αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο των κλειστών αγορών/ επαγγελμάτων ή το Δημόσιο, θα αποφασιστούν μάλλον με το δίκαιο του ισχυρότερου (κλάδου, συντεχνίας κλπ), κατά τα ειωθότα αυτής της χώρας, παρά με βάση τη λογική.
(β) Οι Αδιάφοροι πληθαίνουν ραγδαία. Κάποιοι Άτυχοι και πολύ λιγότεροι Τυχεροί συνειδητοποιούν ότι η Ελλάδα που ξέραμε τελείωσε. Προσπαθούν να διεθνοποιήσουν την παραγωγή τους, τα εμπορικά τους σήματα, τις συνεργασίες τους. Αν και κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, είναι νωρίς για να ξέρουμε τι θα καταφέρουν μέχρι τέλους. Το επίσημο κράτος συνήθως απουσιάζει από τέτοιες ενέργειες, καθώς έχει άλλες προτεραιότητες, κατά πως φαίνεται. Παραδόξως, αυτό μπορεί να βγει σε καλό, αφού το ελληνικό κράτος, κάποιες φορές, στοχεύει περισσότερο στον επικοινωνιακό θόρυβο και λιγότερο στις ουσιαστικές ενέργειες και η περιορισμένη ενεργοποίησή του μπορεί, μερικές φορές, να αποδειχθεί ευεργετική.
Η κρίσιμη παράμετρος, όμως, είναι άλλη και πρόκειται για το κύριο κύμα της μετακίνησης δηλαδή οι Άτυχοι που γίνονται Αδιάφοροι από απελπισία, με τα χαρακτηριστικά που είδαμε, την αποκοπή από τον κοινωνικό ιστό, την αίσθηση ότι δεν υπάρχει καμία ασφάλεια και καμιά σταθερά στη ζωή τους. Η κρίση διαρκεί πολύ -περισσότερο από όσο θα περίμενε και ο πιο απαισιόδοξος παρατηρητής το 2009. Τα προβλήματα πληθαίνουν και διογκώνονται. Ακόμη και οι πολίτες με δυνατό χαρακτήρα μπορούν να κλονιστούν έπειτα από διαδοχικά κύματα εμπαιγμού από το πολιτικό σύστημα.
Γιατί εμπαιγμού; Διότι περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Όσο πολλοί Τυχεροί γίνονταν Άτυχοι, θεωρούσαν τη θέση τους προσωρινή και μπορούσαν να διατηρούν συλλογικές φαντασιώσεις ότι με κάποιο μαγικό τρόπο (επαναδιαπραγμάτευση, ένας νόμος με ένα άρθρο, επαχθές χρέος κα) θα επιστρέψουμε στη γλυκιά ζωή των 00s. Ή ότι δε φταίνε καθόλου τα προνόμια (θεμιτά και αθέμιτα) των Τυχερών για την κρίση, ούτε εμποδίζουν την έξοδο από αυτή, αλλά φταίνε αόριστα το διεθνές κεφάλαιο, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, ο καπιταλισμός ή ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Οι πολιτικοί που υπόσχονταν μαγικές λύσεις ή έκαναν τερατώδεις αναλύσεις για τα αίτια τις κρίσης, είτε γιατί τα πίστευαν, είτε εκ του πονηρού, φάνταζαν ευαίσθητοι, όχι τυχοδιώκτες. Η εσκεμμένη παράβλεψη από το πολιτικό σύστημα των κινδύνων που συνεπάγονταν μια άτακτη χρεοκοπία της χώρας ήταν προκλητική, μέχρις ότου οδηγήθηκε σε μια νέα κατανομή των δυνάμεων στο εσωτερικό του. Η Βαβέλ των άκοπων λύσεων δεν προέκυψε εκ του μηδενός, προήλθε από την έλλειψη εξοικείωσης σχεδόν όλου του πολιτικού συστήματος και μεγάλου μέρους της κοινωνίας με τον κίνδυνο και το πόσο εύκολα μπορεί να ξεφύγουν οι καταστάσεις σε περίπτωση μαζικού πανικού. Ούτε κατάφεραν να εκτιμήσουν σωστά τον κίνδυνο της μόνιμης πολιτικής αστάθειας, της διογκούμενης δυσαρέσκειας, των βραχύβιων και αδύναμων κυβερνήσεων και έτσι δεν μπορούν, μέχρι σήμερα, να τον αντιμετωπίσουν.
Όταν, όμως, έγινε σαφές -σε γενικές γραμμές, μετά τις εκλογές του 2012 -ότι οι Άτυχοι θα πληρώνουν διαρκώς -εκτός από τους ΔΥ, μονιμότητα στη χώρα απέκτησαν και τα χαράτσια -την απροθυμία του πολιτικού συστήματος να επιμερίσει δίκαια το κόστος και καθώς πολλοί Άτυχοι γίνονται πλέον Αδιάφοροι, ο αρχικός θυμός δίνει, σταδιακά, τη θέση του σε μια τυφλή οργή, η οποία δε λέει να καταλαγιάσει. Γνήσια οργή, όχι χάριν της πολιτικής επικοινωνίας, όπως συνηθιζόταν μέχρι τις εκλογές του 2012. Σε ένα τέτοιο κλίμα, πολιτικά πρόσωπα που αυτοπροσδιορίζονται ή παρουσιάζονται ως "αντισυστημικοί" -ενδεχομένως, ώστε να ενταχθούν, σταδιακά, μέσω της εκλογής σε δημόσιες θέσεις, στους Τυχερούς -κερδίζουν μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης. Άνθρωποι που βρίσκονται αντιμέτωποι με πολύ σοβαρούς κινδύνους στην καθημερινότητά τους δεν ενδιαφέρονται, πλέον, για τους "λαγούς από το καπέλο" που εξακολουθούν, πιο χαμηλόφωνα από παλιά, είναι αλήθεια, να υπόσχονται οι παραδοσιακοί πολιτικοί. Τους ενδιαφέρει μόνο να ζημιωθούν όλοι, όπως ζημιώνονται οι ίδιοι.
Πόσο σοβαροί είναι αυτοί οι κίνδυνοι των Αδιάφορων; Ποια είναι η πηγή της τυφλής οργής; Συνήθως μιλάμε πχ για τους άνεργους που αυξάνονται τα τελευταία χρόνια, συχνά, όμως, δεν αντιλαμβανόμαστε το βάθος του προβλήματος, αν δε μας αγγίζει. Η ανεργία, ιδίως η μακροχρόνια, οδηγεί πολλά νοικοκυριά σε καθημερινή γκρίνια, καβγάδες, αλκοολισμό, διαζύγια, παρατημένα παιδιά. Η εξ ανάγκης μετανάστευση στο εξωτερικό οδηγεί σε κομμένες ρίζες, στη διάλυση των προσωπικών σχέσεων και γενικά έχει προσωπικό κόστος, ακόμη κι αν έχει οικονομικό όφελος. Δε θέλω καν να αναφερθώ στη σταθερή φθορά της σωματικής και ψυχικής υγείας πολλών συμπολιτών μας εξαιτίας, ακριβώς, της διαρκούς έκθεσης σε κινδύνους. Οι άνθρωποι που σταδιακά ξεπέφτουν, από Άτυχοι σε Αδιάφοροι, μπορεί να είναι κατεστραμμένοι αλλά δεν είναι ανόητοι. Ξέρουν ότι όσο αυτοί υποφέρουν, οι άλλοι, οι Τυχεροί, παραμένουν προστατευμένοι, ακόμη κι αν αυτοπαρουσιάζονται στην τηλεόραση ως αδικημένοι, φίλοι των απελπισμένων κλπ. Και ένας βασικός λόγος που παραμένουν προστατευμένοι είναι το θεσμικό πλαίσιο και η φορολογία που εξακολουθεί να ψηφίζεται από τη Βουλή των Ελλήνων, η οποία, θεωρητικά, πρέπει να νομοθετεί υπέρ όλων των Ελλήνων, όχι υπέρ των επιμέρους συμφερόντων.
Σε μια χώρα με ώριμο κοινοβουλευτισμό οι επικρατούσες προτεινόμενες λύσεις, πολλές και διαφορετικές, βεβαίως, θα ήταν όλες προϊόντα ενός πολιτικού πολιτισμού, ενός γνήσιου ανθρωπισμού προς όλους, χωρίς περιθώρια παρερμηνείας. Σε χώρες με ανώριμα πολιτικά κόμματα, τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά: οι ανεδαφικές/ ουτοπικές/ φαιδρές και άκρως ιδιοτελείς προτάσεις κερδίζουν έδαφος σε πρώτη φάση, και οι πραγματικά επικίνδυνες, στην επόμενη φάση. Οπότε, τι πρέπει να γίνει και μάλιστα εγκαίρως;
Νομίζω ότι πρέπει να βασιστούμε στο διαχωρισμό τυχαίο -χαοτικό -επικίνδυνο, ξεκινώντας από το τελευταίο. Ο εθνικός διχασμός είναι επικίνδυνος. Η ανομία επίσης. Το ίδιο και οι μη δημοκρατικές πρακτικές. Γιατί; Επειδή επιδέχονται διαρκώς κλιμάκωση και δεν υπακούν σε κανένα απολύτως κανόνα και σε καμιά απολύτως πρόβλεψη. Στο Λίβανο πχ στα μέσα της δεκαετίας του '70, είχαν κάποιες διαφωνίες και πίστεψαν ότι θα τις λύσουν με μη δημοκρατικό τρόπο μέσα σε λίγες μέρες. Τελικά, ο εμφύλιος κράτησε είκοσι χρόνια και είχε ανυπολόγιστο ανθρώπινο, κοινωνικό, οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος. Μια σχετικά πλούσια και πολιτισμένη χώρα της Μέσης Ανατολής έγινε ερείπια. Θέλουμε κάτι τέτοιο;
Ακολουθεί το χαοτικό. Χαοτικός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η σύγχρονη οικονομία και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Δεν υπάρχει λόγος να δυσανασχετούμε πολύ. Όσες κοινωνίες προσπάθησαν να επιβάλλουν βεβαιότητες, όχι μόνο απέτυχαν αλλά βυθίστηκαν και σε επικίνδυνες καταστάσεις. Οι πρωτόγονοι δεν είχαν το άγχος της ανεργίας αλλά είχαν άλλου τύπου αβεβαιότητα. Έπρεπε να παλέψουν με την πείνα, τις αρρώστιες και τα άγρια θηρία για να ζήσουν είκοσι -τριάντα χρόνια. Ούτε οι Σπαρτιάτες είχαν ανεργία. Οι Σπαρτιάτες είχαν ίσους κλήρους, λάτρευαν την τάξη και μισούσαν το χάος αλλά ήταν υποχρεωμένοι να τρέφονται με το μέλανα ζωμό. Επίσης, η τάξη δεν αφορούσε όλους: οι μη πρωτότοκοι γιοι, οι Περίοικοι και οι Είλωτες, για να μην αναφέρουμε τους ανάπηρους, σίγουρα διαφωνούσαν με τις βεβαιότητες των Όμοιων, αν και δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι. Ούτε οι σύγχρονες κοινωνίες εξαιρούνται. Τα κομμουνιστικά καθεστώτα δεν είχαν ανεργία, ούτε άστεγους, είχαν όμως άλλες μορφές αβεβαιότητας, στρατόπεδα συγκέντρωσης, μη διαχειρίσιμα πυρηνικά ατυχήματα κα. Από το χαοτικό δεν ξέρουμε τι θα προκύψει, ξέρουμε πάντως ότι θα υπάρχουν πολλές εναλλακτικές επιλογές, άλλες καλύτερες, άλλες χειρότερες, και μια διαρκής ζύμωση.
Τέλος, υπάρχει και το τυχαίο. Κανείς δεν ξέρει, πραγματικά, ποια είναι η ιδανική λύση για μια χώρα χρεοκοπημένη, όπου η κλιμάκωση των κοινωνικών εντάσεων γίνεται πολύ ευκολότερα από αλλού. Ούτε ποια είναι η επικρατέστερη λύση, αφού κανένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη, ούτε έχει ρεαλιστικό σχέδιο. Μπορεί τα πράγματα να πάρουν είτε τη μία ή την άλλη τροπή. Ούτε και εδώ μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για πολλά αλλά μπορούμε να κάνουμε κάτι. Ξεκινώντας, πάλι, αντίστροφα. Ξέρουμε σίγουρα ποιες είναι οι επικίνδυνες πρακτικές και συμπεριφορές που πρέπει να αποφευχθούν πάση θυσία γιατί μπορεί να οδηγήσουν, δυνητικά, σε ιστορικά πισωγυρίσματα, σε νέους εμφύλιους και χούντες. Επίσης, καταλαβαίνουμε τη διαφορά ανάμεσα σε ένα πραγματικά ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, όπως πχ αυτοί της Γερμανίας, των ΗΠΑ ή της Ελβετίας, και σε ένα παραπλανητικά ισοσκελισμένο προϋπολογισμό με ευφάνταστη και ιδιαίτερα υψηλή φορολογία, ακόμη και όταν δεν παράγεται εισόδημα.
Υπάρχουν, όμως, και βήματα, στα οποία συμφωνούν οι περισσότεροι, ανεξαρτήτως ιδεολογίας -πλην των οργανωμένων συμφερόντων.
- Υπάρχει, πάντα, ο κοινός νους. Κάθε σύστημα έχει τις ατέλειές του και το ελληνικό έχει λίγο περισσότερες. Ο καθένας καταλαβαίνει τι πρέπει να γίνει με τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τους επίορκους και όσους διορίστηκαν με πλαστά πτυχία στο Δημόσιο, τους ανάπηρους -μαϊμού, τους συνταξιούχους ετών 50, τους δανειολήπτες πέρα από κάθε όριο λογικής και καλής πίστης, τους ΔΥ που δεν έχουν αντικείμενο εργασίας. Οι μόνοι που κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν είναι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και όσοι προσδοκούν την ψήφο τους. Επιπρόσθετα, ο καθένας μπορεί να αξιολογήσει τις βεβιασμένες δεσμεύσεις του πολιτικού συστήματος απέναντι στην κοινωνία πχ ότι οι κρατικές πολεμικές βιομηχανίες θα γίνουν σε χρόνο μηδέν πλεονασματικές ή πόση αξία θα έχουν άλλες δεσμεύσεις που θα ακούσουμε στο μέλλον. Κανείς δεν παρασύρεται. Χρειάζεται πολλή προσοχή και αποφασιστικές κινήσεις από το πολιτικό σύστημα, ξεκινώντας από τα απλά. Σταδιακά, θα ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών και τα επόμενα βήματα θα φαίνονται πολύ καθαρότερα και θα υλοποιούνται με λιγότερες αντιδράσεις.
- Χρειάζεται απλοποίηση. Δεν υπάρχει κανείς απολύτως λόγος για τόσο περίπλοκη νομοθεσία, φορολογικό σύστημα, μηχανοργάνωση (όπου υπάρχει) ή διαδικασίες χωρικού ή αναπτυξιακού σχεδιασμού. Οι νόμοι, οι κανονισμοί, οι προδιαγραφές, η κωδικοποίηση υπάρχουν για να περιορίζουν την αβεβαιότητα σε λογικά πλαίσια. Όταν υπάρχουν πολλές παρεκκλίσεις, πολλές εξαιρέσεις, πολλές άδειες ή ημιτελής νομοθεσία (νόμοι χωρίς εκτελεστικές αποφάσεις) η αβεβαιότητα μεγαλώνει, αφού καθένας μπορεί να ισχυριστεί ό,τι τον συμφέρει καλύτερα. Εννοείται ότι η δημόσια τάξη πρέπει να προστατεύεται και η δικαιοσύνη να απονέμεται χωρίς διακρίσεις. Αντίθετες πρακτικές αυξάνουν τους επενδυτικούς και επαγγελματικούς κινδύνους, όχι μόνο για τα κάθε τύπου αμοιβαία κεφάλαια αλλά και για τον κάθε μικροεπιχειρηματία που εμποδίζεται να δραστηριοποιηθεί, ακόμη και τον κάθε ΔΥ που προσπαθεί να κάνει σωστά τη δουλειά του.
-Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για γενικούς πειραματισμούς. Οι πειραματισμοί αυξάνουν τους κινδύνους. Σε καλές εποχές αυτό μπορούσε να είναι καλό, να προκαλούσε καταιγιστικές θετικές εξελίξεις (θετικούς Μαύρους Κύκνους, αν προτιμήσουμε την ορολογία του Τάλεμπ). Σήμερα, δύσκολα θα προκύψει κάτι καλό, ούτε και οι σχετικές προτάσεις (πχ. τα αλήστου μνήμης δάνεια από τη Ρωσία ή την Κίνα) εμπνέουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Υπάρχει, όμως, πολύς χώρος για ειδικούς πειραματισμούς, αρκεί να υλοποιηθούν προσεκτικά. Ενδεικτικά, σε ένα μέρος του παλιού αεροδρομίου του Ελληνικού μπορεί να γίνει προσπάθεια για ένα νέο Canary Wharf ή Hafen City, προσανατολισμένα σε εταιρείες οικονομικών κλάδων που δεν πολυχρειάζονται το ελληνικό κράτος, πχ οι μεταφορές ή το διεθνές εμπόριο ή οι ΤΠΕ. Ή σε μία χερσαία ζώνη στην Κρήτη, μπορεί να γίνει προσπάθεια για ένα "οικοσύστημα" εταιρειών, που να στοχεύει, όμως, σε "καθετοποιημένη" παραγωγή -σε συνδυασμό, ίσως, και με κάποιο διεθνές πανεπιστήμιο -με μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές -προσανατολισμένο σε τεχνολογίες αιχμής. Αντίστοιχα, υποβαθμισμένες περιοχές των μεγάλων πόλεων μπορούν να στραφούν στον πολιτισμό ή την τέχνη, περιλαμβανομένης της ελευθεριακής κουλτούρας. Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι πρωτότυπο, σε άλλες χώρες τέτοιες πρωτοβουλίες ή έργα υλοποιούνται διαρκώς. Κάποια από αυτά, βέβαια, χρειάζονται την ενεργό συμμετοχή του παγκόσμιου κεφαλαίου και ένα σημαντικό μέρος του οφέλους θα πηγαίνει σε αυτό. Ό,τι μένει στην Ελλάδα σε κέρδη, εισοδήματα, θέσεις απασχόλησης, τεχνογνωσία, παραγωγικές δομές είναι εξίσου σημαντικό. Όσο, πάντως, οι επενδυτικοί κίνδυνοι είναι υψηλοί στη χώρα, οι σοβαροί επενδυτές θα στρέφονται κατά κανόνα αλλού και σε μας θα αυτοσυστήνονται οι τυχάρπαστοι. Άλλες πάλι πρωτοβουλίες μπορούν να τα αναλάβουν οι τοπικές κοινότητες -αλλά οι ίδιες, χωρίς διαμεσολαβητές/ παράγοντες. Πουθενά δεν είναι απαραίτητο το κράτος να έχει κεντρικό ρόλο. Το κοινωνικό και οικονομικό όφελος από τη διασπορά ιδεών, προϊόντων και πρακτικών αυτών των ιδιότυπων "κολλεκτίβων" μπορεί μακροπρόθεσμα να είναι τεράστιο.
-Υπάρχει ένας αχαρτογράφητος χώρος της ελληνικής κοινωνίας, ο Ενδιάμεσος Χώρος. Ο Weber, ο Fukuyiama και ο Landes έχουν μιλήσει για τη σημασία του Ενδιάμεσου Χώρου στην οικονομική ανάπτυξη και ιδίως τη βιομηχανία, εδώ ας μιλήσουμε για την εκπαίδευση μιας κοινωνίας στην αβεβαιότητα. Στο ένα άκρο, σε κάθε χώρα, βρίσκεται η οικογένεια και το σόι: εδώ όλοι γίνονται αποδεκτοί όπως είναι, ανίκανοι, τεμπέληδες, αντικοινωνικοί μπορούν κάλλιστα να θρέφονται σε βάρος των άλλων μελών της οικογένειας. Η αβεβαιότητα είναι πολύ μικρή -και οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ομάδας ετεροβαρείς. Στο άλλο άκρο υπάρχει το Κράτος: απρόσωπο, θεσμικό, δυσκίνητο. Η αβεβαιότητα είναι πολύ μεγάλη. Και υπάρχει ο Ενδιάμεσος Χώρος: μια πληθώρα οργανώσεων, κοινωνικών, ανθρωπιστικών, επαγγελματικών, που προάγουν το δεσμούς και την εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη τους, διευκολύνοντας τη συνεργασία, τη σύμπραξη, την ισότητα στον κοινωνικό χώρο, σε μη οικογενειακή ή τοπικιστική βάση. Εδώ το χαοτικό μετατρέπεται σε τυχαίο χωρίς βλάβη του γενικού συμφέροντος. Στην Ελλάδα ο Ενδιάμεσος Χώρος κυριαρχείται από τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα, τα οποία είναι μεν, ως θεσμοί, αναντικατάστατα αλλά οι ευδιάκριτες πατερναλιστικές τους δομές προκαλούν μια μονομέρεια: ο αντικειμενικός τους σκοπός -δηλαδή η κοινωνική δύναμη και διαπραγμάτευση- δεν εξισορροπείται από τη δράση άλλων μη ανταγωνιστικών οργανώσεων, με αποτέλεσμα η επιθετικότητα στην πολιτική ή τον κοινωνικό χώρο να μη βρίσκει πουθενά σοβαρές αντιστάσεις. Εδώ ας ξεκαθαρίσουμε ότι οι οργανώσεις του Ενδιάμεσου Χώρου που συνεισφέρουν αποτελεσματικά στη μείωση της αβεβαιότητας και την άμβλυνση της επιθετικότητας των οργανωμένων συμφερόντων ή παραγωγικών τάξεων είναι γενικά λίγες, διεθνείς, προέρχονται εξ Εσπερίας -αφού εκεί οι κοινωνίες γνώρισαν τα προβλήματα της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης πολύ πριν από εδώ -και είναι, δυστυχώς, αριθμητικά ισχνές στην Ελλάδα, όπως πχ το WWF, το Action Aid ή το Ρόταρυ. Οι μικρές εθελοντικές οργανώσεις, είτε ασχολούνται με το περιβάλλον είτε με τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, δραστηριοποιούνται για λίγο καιρό, έχοντας λίγα μέλη γύρω από ένα μόνιμο αρχηγό και λίγους πόρους, είναι ασφαλώς αξιέπαινες από κοινωνική σκοπιά αλλά συνήθως διαλύονται μόλις αποχωρήσει ο αρχηγός. Δε λειτουργούν αρκετό χρονικό διάστημα ώστε να δημιουργείται και να διαχέεται εμπιστοσύνη στη μεσαία κλίμακα της κοινωνίας.
Από 'κει και έπειτα, πολλές λύσεις μπορούν να προταθούν ανάλογα με την ιδεολογία, την οπτική ή τις αξίες του καθενός και η κοινωνία θα αποφασίσει. Γι' αυτό, άλλωστε, γίνονται οι εκλογές. Ασφαλώς, κάθε πολιτική ή επιχειρηματική εξέλιξη των τελευταίων ετών έχει και φιλοσοφικές προεκτάσεις, κατάλληλες για τη συζήτηση στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, προσεχώς. Ποιος το 'λεγε πριν λίγα χρόνια ότι η Ελλάδα θα άλλαζε τόσο; Ότι οι κατέχοντες τεράστια κοινωνική δύναμη, τα άλλοτε κοινωνικά πρότυπα, θα κατέληγαν στο περιθώριο, με έντονα οικονομικά, ακόμη και προσωπικά προβλήματα; Ότι οι ξένες γλώσσες και η ψηφιακή εγγραμματοσύνη θα εξασφαλίζουν εισοδήματα -και όχι τα μεταπτυχιακά; Ότι άνθρωποι που βρίσκονταν στο προθάλαμο -ή εντός -του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ, είναι ή θα βρεθούν προσεχώς στη δίνη των πιο αβέβαιων περιοχών του ιδιωτικού τομέα; Ότι η επιχειρηματικότητα -η πραγματική, όχι η επιδοτούμενη ούτε η προστατευόμενη σε κλειστές αγορές -κρύβει τελικά λιγότερα ρίσκα από όσα νομίζαμε; Αλλά αυτά δεν αφορούν το Σχεδιασμό, ούτε την πολιτική. Η πολιτική και ο σχεδιασμός οφείλουν να βασίζονται στην ανάλυση των γεγονότων, με λίγες αξιολογικές κρίσεις.
Υπάρχουν, όμως, και βήματα, στα οποία συμφωνούν οι περισσότεροι, ανεξαρτήτως ιδεολογίας -πλην των οργανωμένων συμφερόντων.
- Υπάρχει, πάντα, ο κοινός νους. Κάθε σύστημα έχει τις ατέλειές του και το ελληνικό έχει λίγο περισσότερες. Ο καθένας καταλαβαίνει τι πρέπει να γίνει με τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τους επίορκους και όσους διορίστηκαν με πλαστά πτυχία στο Δημόσιο, τους ανάπηρους -μαϊμού, τους συνταξιούχους ετών 50, τους δανειολήπτες πέρα από κάθε όριο λογικής και καλής πίστης, τους ΔΥ που δεν έχουν αντικείμενο εργασίας. Οι μόνοι που κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν είναι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και όσοι προσδοκούν την ψήφο τους. Επιπρόσθετα, ο καθένας μπορεί να αξιολογήσει τις βεβιασμένες δεσμεύσεις του πολιτικού συστήματος απέναντι στην κοινωνία πχ ότι οι κρατικές πολεμικές βιομηχανίες θα γίνουν σε χρόνο μηδέν πλεονασματικές ή πόση αξία θα έχουν άλλες δεσμεύσεις που θα ακούσουμε στο μέλλον. Κανείς δεν παρασύρεται. Χρειάζεται πολλή προσοχή και αποφασιστικές κινήσεις από το πολιτικό σύστημα, ξεκινώντας από τα απλά. Σταδιακά, θα ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών και τα επόμενα βήματα θα φαίνονται πολύ καθαρότερα και θα υλοποιούνται με λιγότερες αντιδράσεις.
- Χρειάζεται απλοποίηση. Δεν υπάρχει κανείς απολύτως λόγος για τόσο περίπλοκη νομοθεσία, φορολογικό σύστημα, μηχανοργάνωση (όπου υπάρχει) ή διαδικασίες χωρικού ή αναπτυξιακού σχεδιασμού. Οι νόμοι, οι κανονισμοί, οι προδιαγραφές, η κωδικοποίηση υπάρχουν για να περιορίζουν την αβεβαιότητα σε λογικά πλαίσια. Όταν υπάρχουν πολλές παρεκκλίσεις, πολλές εξαιρέσεις, πολλές άδειες ή ημιτελής νομοθεσία (νόμοι χωρίς εκτελεστικές αποφάσεις) η αβεβαιότητα μεγαλώνει, αφού καθένας μπορεί να ισχυριστεί ό,τι τον συμφέρει καλύτερα. Εννοείται ότι η δημόσια τάξη πρέπει να προστατεύεται και η δικαιοσύνη να απονέμεται χωρίς διακρίσεις. Αντίθετες πρακτικές αυξάνουν τους επενδυτικούς και επαγγελματικούς κινδύνους, όχι μόνο για τα κάθε τύπου αμοιβαία κεφάλαια αλλά και για τον κάθε μικροεπιχειρηματία που εμποδίζεται να δραστηριοποιηθεί, ακόμη και τον κάθε ΔΥ που προσπαθεί να κάνει σωστά τη δουλειά του.
-Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για γενικούς πειραματισμούς. Οι πειραματισμοί αυξάνουν τους κινδύνους. Σε καλές εποχές αυτό μπορούσε να είναι καλό, να προκαλούσε καταιγιστικές θετικές εξελίξεις (θετικούς Μαύρους Κύκνους, αν προτιμήσουμε την ορολογία του Τάλεμπ). Σήμερα, δύσκολα θα προκύψει κάτι καλό, ούτε και οι σχετικές προτάσεις (πχ. τα αλήστου μνήμης δάνεια από τη Ρωσία ή την Κίνα) εμπνέουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Υπάρχει, όμως, πολύς χώρος για ειδικούς πειραματισμούς, αρκεί να υλοποιηθούν προσεκτικά. Ενδεικτικά, σε ένα μέρος του παλιού αεροδρομίου του Ελληνικού μπορεί να γίνει προσπάθεια για ένα νέο Canary Wharf ή Hafen City, προσανατολισμένα σε εταιρείες οικονομικών κλάδων που δεν πολυχρειάζονται το ελληνικό κράτος, πχ οι μεταφορές ή το διεθνές εμπόριο ή οι ΤΠΕ. Ή σε μία χερσαία ζώνη στην Κρήτη, μπορεί να γίνει προσπάθεια για ένα "οικοσύστημα" εταιρειών, που να στοχεύει, όμως, σε "καθετοποιημένη" παραγωγή -σε συνδυασμό, ίσως, και με κάποιο διεθνές πανεπιστήμιο -με μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές -προσανατολισμένο σε τεχνολογίες αιχμής. Αντίστοιχα, υποβαθμισμένες περιοχές των μεγάλων πόλεων μπορούν να στραφούν στον πολιτισμό ή την τέχνη, περιλαμβανομένης της ελευθεριακής κουλτούρας. Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι πρωτότυπο, σε άλλες χώρες τέτοιες πρωτοβουλίες ή έργα υλοποιούνται διαρκώς. Κάποια από αυτά, βέβαια, χρειάζονται την ενεργό συμμετοχή του παγκόσμιου κεφαλαίου και ένα σημαντικό μέρος του οφέλους θα πηγαίνει σε αυτό. Ό,τι μένει στην Ελλάδα σε κέρδη, εισοδήματα, θέσεις απασχόλησης, τεχνογνωσία, παραγωγικές δομές είναι εξίσου σημαντικό. Όσο, πάντως, οι επενδυτικοί κίνδυνοι είναι υψηλοί στη χώρα, οι σοβαροί επενδυτές θα στρέφονται κατά κανόνα αλλού και σε μας θα αυτοσυστήνονται οι τυχάρπαστοι. Άλλες πάλι πρωτοβουλίες μπορούν να τα αναλάβουν οι τοπικές κοινότητες -αλλά οι ίδιες, χωρίς διαμεσολαβητές/ παράγοντες. Πουθενά δεν είναι απαραίτητο το κράτος να έχει κεντρικό ρόλο. Το κοινωνικό και οικονομικό όφελος από τη διασπορά ιδεών, προϊόντων και πρακτικών αυτών των ιδιότυπων "κολλεκτίβων" μπορεί μακροπρόθεσμα να είναι τεράστιο.
-Υπάρχει ένας αχαρτογράφητος χώρος της ελληνικής κοινωνίας, ο Ενδιάμεσος Χώρος. Ο Weber, ο Fukuyiama και ο Landes έχουν μιλήσει για τη σημασία του Ενδιάμεσου Χώρου στην οικονομική ανάπτυξη και ιδίως τη βιομηχανία, εδώ ας μιλήσουμε για την εκπαίδευση μιας κοινωνίας στην αβεβαιότητα. Στο ένα άκρο, σε κάθε χώρα, βρίσκεται η οικογένεια και το σόι: εδώ όλοι γίνονται αποδεκτοί όπως είναι, ανίκανοι, τεμπέληδες, αντικοινωνικοί μπορούν κάλλιστα να θρέφονται σε βάρος των άλλων μελών της οικογένειας. Η αβεβαιότητα είναι πολύ μικρή -και οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ομάδας ετεροβαρείς. Στο άλλο άκρο υπάρχει το Κράτος: απρόσωπο, θεσμικό, δυσκίνητο. Η αβεβαιότητα είναι πολύ μεγάλη. Και υπάρχει ο Ενδιάμεσος Χώρος: μια πληθώρα οργανώσεων, κοινωνικών, ανθρωπιστικών, επαγγελματικών, που προάγουν το δεσμούς και την εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη τους, διευκολύνοντας τη συνεργασία, τη σύμπραξη, την ισότητα στον κοινωνικό χώρο, σε μη οικογενειακή ή τοπικιστική βάση. Εδώ το χαοτικό μετατρέπεται σε τυχαίο χωρίς βλάβη του γενικού συμφέροντος. Στην Ελλάδα ο Ενδιάμεσος Χώρος κυριαρχείται από τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα, τα οποία είναι μεν, ως θεσμοί, αναντικατάστατα αλλά οι ευδιάκριτες πατερναλιστικές τους δομές προκαλούν μια μονομέρεια: ο αντικειμενικός τους σκοπός -δηλαδή η κοινωνική δύναμη και διαπραγμάτευση- δεν εξισορροπείται από τη δράση άλλων μη ανταγωνιστικών οργανώσεων, με αποτέλεσμα η επιθετικότητα στην πολιτική ή τον κοινωνικό χώρο να μη βρίσκει πουθενά σοβαρές αντιστάσεις. Εδώ ας ξεκαθαρίσουμε ότι οι οργανώσεις του Ενδιάμεσου Χώρου που συνεισφέρουν αποτελεσματικά στη μείωση της αβεβαιότητας και την άμβλυνση της επιθετικότητας των οργανωμένων συμφερόντων ή παραγωγικών τάξεων είναι γενικά λίγες, διεθνείς, προέρχονται εξ Εσπερίας -αφού εκεί οι κοινωνίες γνώρισαν τα προβλήματα της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης πολύ πριν από εδώ -και είναι, δυστυχώς, αριθμητικά ισχνές στην Ελλάδα, όπως πχ το WWF, το Action Aid ή το Ρόταρυ. Οι μικρές εθελοντικές οργανώσεις, είτε ασχολούνται με το περιβάλλον είτε με τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, δραστηριοποιούνται για λίγο καιρό, έχοντας λίγα μέλη γύρω από ένα μόνιμο αρχηγό και λίγους πόρους, είναι ασφαλώς αξιέπαινες από κοινωνική σκοπιά αλλά συνήθως διαλύονται μόλις αποχωρήσει ο αρχηγός. Δε λειτουργούν αρκετό χρονικό διάστημα ώστε να δημιουργείται και να διαχέεται εμπιστοσύνη στη μεσαία κλίμακα της κοινωνίας.
Από 'κει και έπειτα, πολλές λύσεις μπορούν να προταθούν ανάλογα με την ιδεολογία, την οπτική ή τις αξίες του καθενός και η κοινωνία θα αποφασίσει. Γι' αυτό, άλλωστε, γίνονται οι εκλογές. Ασφαλώς, κάθε πολιτική ή επιχειρηματική εξέλιξη των τελευταίων ετών έχει και φιλοσοφικές προεκτάσεις, κατάλληλες για τη συζήτηση στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, προσεχώς. Ποιος το 'λεγε πριν λίγα χρόνια ότι η Ελλάδα θα άλλαζε τόσο; Ότι οι κατέχοντες τεράστια κοινωνική δύναμη, τα άλλοτε κοινωνικά πρότυπα, θα κατέληγαν στο περιθώριο, με έντονα οικονομικά, ακόμη και προσωπικά προβλήματα; Ότι οι ξένες γλώσσες και η ψηφιακή εγγραμματοσύνη θα εξασφαλίζουν εισοδήματα -και όχι τα μεταπτυχιακά; Ότι άνθρωποι που βρίσκονταν στο προθάλαμο -ή εντός -του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ, είναι ή θα βρεθούν προσεχώς στη δίνη των πιο αβέβαιων περιοχών του ιδιωτικού τομέα; Ότι η επιχειρηματικότητα -η πραγματική, όχι η επιδοτούμενη ούτε η προστατευόμενη σε κλειστές αγορές -κρύβει τελικά λιγότερα ρίσκα από όσα νομίζαμε; Αλλά αυτά δεν αφορούν το Σχεδιασμό, ούτε την πολιτική. Η πολιτική και ο σχεδιασμός οφείλουν να βασίζονται στην ανάλυση των γεγονότων, με λίγες αξιολογικές κρίσεις.
Νιώθω το ερώτημα να έρχεται καταιγιστικό: γιατί οι Τυχεροί να παραιτηθούν από τα προνόμιά τους; Γιατί να μην αγωνιστούν, όπως ορκίζονται, άλλωστε, ότι θα κάνουν, "μέχρις εσχάτων"; Για δύο λόγους. Αφενός μεν επειδή φυλλορροούν αριθμητικά. Είδαμε ότι οι μετακινήσεις από την πρώτη κατηγορία στις άλλες δύο συνεχίζονται και θα συνεχίζονται, με πολλούς τρόπους. Πρώτα οι κλειστές αγορές, μετά το Δημόσιο, σιγά -σιγά και τα πιο κλειστά κυκλώματα βιώνουν ή θα βιώσουν τις επιπτώσεις της κρίσης. Φανταστείτε πχ ΔΥ που να παίρνουν μισθό εκατό ευρώ ή να απολυθούν, χωρίς κανένα σχεδιασμό ή δίχτυ προστασίας και να πρέπει να επιβιώσουν, για πρώτη φορά στη ζωή τους, απροστάτευτοι σε ένα χαοτικό ή επικίνδυνο οικονομικό περιβάλλον. Ή συνταξιούχους πολιτικούς, έστω και νέους σε ηλικία, που να υποχρεωθούν να βρουν μια κανονική δουλειά, για πρώτη φορά στη ζωή τους κι αυτοί. Μπορεί να είναι κάποιος Τυχερός μόνο αν υπάρχουν Άτυχοι με αρκετά χρήματα για να τον πληρώνουν. Αυτό είναι το βασικό τους πρόβλημα. Δεν είναι τόσο η κοινωνία εναντίον των Τυχερών, είναι πρωτίστως η αντικειμενική πραγματικότητα. Στο τέλος δε θα απομείνει κανείς σε αυτή την κατηγορία. Εκτός κι αν μας προλάβουν απροσδόκητες, δυσάρεστες για τη χώρα εξελίξεις.
Αφετέρου δε επειδή αν οι Τυχεροί θέλουν να περισώσουν μέρος από τα προνόμια τους, θα πρέπει να παραιτηθούν οικειοθελώς από άλλα -ενδεχομένως, "αδειάζοντας" και κάποιες από τις κάστες τους. Τα θετικά παραδείγματα από την Ιστορία είναι άφθονα. Στην Αγγλία η Βουλή των Ομότιμων διατηρείται χωρίς εξουσίες, αντίθετα, στη Γαλλία το αντίστοιχο σώμα αντιδρούσε και καταργήθηκε τελικά. Στις ΗΠΑ, οι βασικοί μέτοχοι μιας επιτυχημένης επιχείρησης παραιτούνται σταδιακά από τη διοίκηση της εταιρείας μέσω του Χρηματιστηρίου και προς όφελος των διευθυντών τους. Αντίστοιχα, τις υπουργικές θέσεις τις μοιράζονται πάντα τα δύο κόμματα (64-18), αναλόγως του ποιο κερδίζει τις προεδρικές εκλογές. Δεν νομίζω να ήταν εύκολες αποφάσεις για όσους είχαν τα προνόμια αρχικά, ήταν πάντως διορατικές. Οι κοινωνίες, οι επιχειρήσεις αλλά και τα επιμέρους συμφέροντα κερδίζουν από την αποσόβηση κινδύνων, όπως οι συγκρούσεις ή ο καιροσκοπισμός ή η αδιαφορία των πολιτών.
Οποιοσδήποτε από τους Αδιάφορους -είτε μένει σε ακριβές, ωραία ρυμοτομημένες συνοικίες, είτε κοιμάται στο παγκάκι, παρόλο που κάποτε θα είχε και αυτός κάποιο σπίτι -θα μπορούσε να εξηγήσει, αν ήθελε να κάνει τον κόπο, στις διάφορες κάστες πόσο επισφαλής είναι η θέση τους. Αλλά οι Τυχεροί, εκτός από τις άλλες βεβαιότητες/ ψευδαισθήσεις που καλλιεργούν, κρίνοντας από τη σφοδρότητα των αντιδράσεων, ήδη από το 2010, έχουν ακόμη μία: θεωρούν πως δεν έχουν να μάθουν κάτι από τους άλλους.
Ίσως, λοιπόν, είναι πιο ασφαλές να στραφούμε πάλι στην Ιστορία, τη δική μας Ιστορία. Η Ιστορία υποδεικνύει τι συμβαίνει όταν κλιμακώνονται ανεξέλεγκτα οι αντιδράσεις μιας απελπισμένης κοινωνίας σε βάρος μιας ανώτερης κλειστής κάστας. Είμαι σίγουρος ότι, εκ των υστέρων, τα αθηναϊκά τζάκια των αρχών του 20ου αιώνα μετάνιωσαν για το νεποτισμό και την ανελέητη φορολογία των νεόπτωχων πολιτών, επί δώδεκα χρόνια, που οδήγησε το κίνημα το 1909 αλλά ήταν αργά. Το momentum χάθηκε υπέρ του Βενιζέλου, ο οποίος πιστώθηκε -και δικαίως - τις μετέπειτα ιστορικές επιτυχίες. Τα τζάκια έμειναν με ένα κενό μίσος και ένα βαθύ σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στο νέο ηγέτη. Έστειλαν, αργότερα, τον ελληνικό στρατό μέχρι την Άγκυρα για να υπογραμμίσουν στο έθνος και τη δική τους αξία αλλά τελικά έριξαν τη χώρα στις ξέρες. Τα ονόματά τους υπάρχουν πια μόνο στα σχολικά βιβλία και σπάνια αναφέρονται θετικά. Μετά το 1936, ξεκίνησε η παλινόρθωση κάθε αναχρονιστικού στοιχείου της πολιτικής και της οικονομίας της χώρας που έληξε με πάταγο κατά τη Μεταπολίτευση. Οι περισσότεροι έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους με το στίγμα του μη δημοκρατικού, αντικοινωνικού ιδιώτη. Όταν τα μεσαία στρώματα ριζοσπαστικοποιούνται ανοίγουν οι πύλες της Κολάσεως: τίποτε δεν είναι σίγουρο, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά, τόσο τα καλύτερα, όσο και τα χειρότερα. Φυσικά, η Ελλάδα του 2013 απολαμβάνει μια ευρωπαϊκή κανονικότητα και είναι, ευτυχώς, εξαιρετικά απίθανα ακραία και απροσδόκητα ενδεχόμενα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι οι μυωπικές ανώτερες κάστες καταρρέουν πιο εύκολα και πολύ πιο θεαματικά από όσο φαντάζονται οι ίδιες. Η όποια περιχαράκωση, όσο επιτυχημένη και αν είναι, δε τις βοηθά καθόλου στο τέλος.
Ίσως, λοιπόν, είναι πιο ασφαλές να στραφούμε πάλι στην Ιστορία, τη δική μας Ιστορία. Η Ιστορία υποδεικνύει τι συμβαίνει όταν κλιμακώνονται ανεξέλεγκτα οι αντιδράσεις μιας απελπισμένης κοινωνίας σε βάρος μιας ανώτερης κλειστής κάστας. Είμαι σίγουρος ότι, εκ των υστέρων, τα αθηναϊκά τζάκια των αρχών του 20ου αιώνα μετάνιωσαν για το νεποτισμό και την ανελέητη φορολογία των νεόπτωχων πολιτών, επί δώδεκα χρόνια, που οδήγησε το κίνημα το 1909 αλλά ήταν αργά. Το momentum χάθηκε υπέρ του Βενιζέλου, ο οποίος πιστώθηκε -και δικαίως - τις μετέπειτα ιστορικές επιτυχίες. Τα τζάκια έμειναν με ένα κενό μίσος και ένα βαθύ σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στο νέο ηγέτη. Έστειλαν, αργότερα, τον ελληνικό στρατό μέχρι την Άγκυρα για να υπογραμμίσουν στο έθνος και τη δική τους αξία αλλά τελικά έριξαν τη χώρα στις ξέρες. Τα ονόματά τους υπάρχουν πια μόνο στα σχολικά βιβλία και σπάνια αναφέρονται θετικά. Μετά το 1936, ξεκίνησε η παλινόρθωση κάθε αναχρονιστικού στοιχείου της πολιτικής και της οικονομίας της χώρας που έληξε με πάταγο κατά τη Μεταπολίτευση. Οι περισσότεροι έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους με το στίγμα του μη δημοκρατικού, αντικοινωνικού ιδιώτη. Όταν τα μεσαία στρώματα ριζοσπαστικοποιούνται ανοίγουν οι πύλες της Κολάσεως: τίποτε δεν είναι σίγουρο, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά, τόσο τα καλύτερα, όσο και τα χειρότερα. Φυσικά, η Ελλάδα του 2013 απολαμβάνει μια ευρωπαϊκή κανονικότητα και είναι, ευτυχώς, εξαιρετικά απίθανα ακραία και απροσδόκητα ενδεχόμενα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι οι μυωπικές ανώτερες κάστες καταρρέουν πιο εύκολα και πολύ πιο θεαματικά από όσο φαντάζονται οι ίδιες. Η όποια περιχαράκωση, όσο επιτυχημένη και αν είναι, δε τις βοηθά καθόλου στο τέλος.
Είμαστε πολύ τυχεροί (με μικρό ταυ, γιατί μιλώ για όλους μας) που χρεοκοπήσαμε συντεταγμένα και όχι άτακτα. Αλλά και πολύ άτυχοι που δεν αλλάξαμε εγκαίρως τις κλειστές πολιτικές/ κομματικές/ συνδικαλιστικές κάστες -χωρίς να εξαιρούνται οι συνδικαλιστές των εργοδοτών -και τώρα τις βρίσκουμε διαρκώς μπροστά μας. Η ανικανότητα των πολιτικών κομμάτων να διαχειριστούν την αβεβαιότητα που προέκυψε από την κρίση έχει ήδη οδηγήσει σε μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό αδιέξοδο την ελληνική οικονομία -και σε αναδιάταξη δυνάμεων στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος, πράγμα που φυσικά δεν αγγίζει άμεσα εμάς τους πολίτες, όσο αγγίζει τους ίδιους του πολιτικούς. Απομένει να φανεί αν θα είναι τόσο το κακό.