Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Η Αποποιημένη Κληρονομιά (Ι)

Σύμφωνα με το Μαρξ, η Ιστορία αποτελεί τη βάση κάθε επιστήμης. Όταν π.χ. μαθαίνουμε Φυσική, ουσιαστικά μαθαίνουμε την ιστορία της Φυσικής δηλαδή μια σειρά από θεωρίες οι οποίες άντεξαν την επαλήθευση του πειράματος και δεν αντικαταστάθηκαν από άλλες στο πέρασμα του χρόνου. Αν η ιστορία έχει κάποια σημασία για τις θετικές επιστήμες, είναι σαφές ότι η σημασία της είναι πολύ μεγαλύτερη στις κοινωνικές επιστήμες. Οι κοινωνικές επιστήμες με τη σειρά τους επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη διαμόρφωση της συλλογικής ταυτότητας μιας χώρας, τη συγκρότηση του πολιτικού διαλόγου, την ιεράρχηση μιας θεματικής για τα υφιστάμενα προβλήματα, την ανάδειξη των τροπαίων και των κολάφων μιας κοινωνίας. Επομένως, η σωστή κατανόηση της ιστορίας είναι πολύ σημαντικότερη από όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως γιατί επηρεάζει τον τρόπο που προσεγίζεται η κοινωνία από άλλες επιστήμες.
Πως καταλαβαίνουμε στην Ελλάδα την Ιστορία; Δεν αναφέρομαι στο κομμάτι που χρησιμοποιείται για τη “σφυρηλάτηση” της εθνικής ταυτότητας, το οποίο, ούτως ή άλλως, ούτε εύκολα είναι συμβατό με την κριτική σκέψη (“οι από 'δω φάγαμε τους από 'κει”), ούτε ούτε εύκολα μπορεί να αντέξει σε μια καταιγίδα πληροφόρησης, προερχόμενη κυρίως από το Διαδίκτυο. Αναφέρομαι, σε εκείνο το κομμάτι, το υποτιμημένο από την καθεστωτική σκέψη. Πχ δεν είναι απλώς πιθανό, είναι βέβαιο ότι, ως συνέλληνες, δε θέλουμε να ακούσουμε λέξη για όσα προσάπτουν οι Τούρκοι ιστορικοί στους κινητήρες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 -ότι ήταν όργανα των Μεγάλων Δυνάμεων στο μεταξύ τους ανταγωνισμό και μερικά άλλα. Η σύνθεση μιας νέας άποψης, υπό το πρίσμα ενός ευρύτερου πλουραλισμού, πάνω σε ένα ευαίσθητο πολιτικά θέμα φαίνεται πως είναι εξαιρετικά δύσκολο ζήτημα, όχι μόνο για μας αλλά και για άλλους λαούς. Όμως, όταν αγνοούνται ή δεν επισημαίνονται στο δημόσιο λόγο (ΜΜΕ, ημερίδες κλπ) βασικά ιστορικά γεγονότα ή εξελίξεις, τότε ο πολιτικός διάλογος δεν μπορεί να είναι γόνιμος. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούστηκε πανελλαδικά ότι εκτός από τη φιλοσοφία, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πρωτοπόροι σε μια σειρά από επιστήμες και εφευρέσεις -στα ελληνιστικά βασίλεια; Πότε επισημάνθηκε ότι πολλοί επιστήμονες και μηχανικοί εγκατέλειψαν αργότερα την Αλεξάνδρεια για να εγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη, δίνοντας στην Αυτοκρατορία τα εργαλεία που χρειαζόταν για να αντέξει επιδρομές, πολέμους, εμφυλίους, στάσεις και πολλά άλλα για πάνω από χίλια χρόνια;
Γιατί δεν τονίζονται σχεδόν ποτέ οι απόψεις των σοφιστών για τη σχετικότητα των αξιών των ανθρώπων; Γιατί δεν επισημαίνεται η σημασία του πειράματος, της επιστημονικής ορολογίας και της επιστημονικής μεθόδου -οι βάσεις όλων τέθηκαν κατά την ελληνιστική εποχή; Μήπως τα παραπάνω δεν είναι επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, ισάξια, αν όχι ανώτερα, από αυτά των σωκρατικών φιλοσόφων, των κλασικών ποιητών ή των Πατέρων της Εκκλησίας; Μήπως στην εποχή μας είναι ξεπερασμένες οι αντιλήψεις για Μία Αλήθεια που τόσο ευνοούν τον δογματισμό και τη σχολαστική σκέψη; Γιατί υπογραμμίζουμε τη σημασία της μάχης στα Δερβενάκια αλλά δε λέμε κουβέντα για τους διπλωματικούς θριάμβους του Καποδίστρια; Δεν είναι γνωστό ότι με τη διπλωματία αξιοποιήσαμε πέρα από κάθε προσδοκία ή αχρηστεύσαμε στρατιωτικές επιτυχίες ή μετριάσαμε στρατιωτικές αποτυχίες;
Όταν η ελληνική επιστημονική κοινότητα ανέχεται διαχρονικά να πιστώνεται, από την Εκκλησία, το σχολείο και τα media, η ιστορική εξέλιξη του πολιτισμού μας σε μια αόριστη “λεβεντιά” και σε ένα σχολαστικό τρόπο σκέψης που αναπτύχθηκε από μορφωμένους αλλά δογματικούς λογίους, δεν είναι να απορεί κανείς που άλλοι πολιτικοί υποστηρίζουν σοβαρά την τεχνοφοβία μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης και άλλοι υπεραμύνονται της “ελληνικής ιδιαιτερότητας”. Ούτε φυσικά που στον 21ο αιώνα, στην Ελλάδα, η ώριμη βιομηχανική οικονομία και η κοινωνία των πολιτών ακόμη παλεύουν να γεννηθούν -και όχι με τις καλύτερες πιθανότητες να τα καταφέρουν.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Το “κρεμμύδι”

Παρατηρώντας τα ελληνικά μίντια, σχηματίζει κανείς την εικόνα ότι ο χρόνος έχει σταματήσει το 2009. Από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά κάθε άλλη είδηση, συνταρακτική με τους όρους της προηγούμενης περιόδου, θάβεται μέσα σε λίγες μέρες. Θέματα που απασχολούσαν την κοινή γνώμη κατά καιρούς, από κυβερνητικές αλλαγές μέχρι σημαντικά αθλητικά γεγονότα, και από τηλεοπτικά δρώμενα μέχρι ιδιαίτερα διεθνή γεγονότα (πόλεμοι, γενοκτονίες, πραξικοπήματα) πλέον περνάνε και δεν ακουμπάνε. Το μόνο που καίει όλους είναι το εξής: η ορατή απειλή της πτώχευσης του ελληνικού κράτους. 

Με όλο αυτόν τον παροξυσμό που επικρατεί γύρω μας, δεν είναι εύκολο να αμφισβητήσεις μύθους που έχουν κυριαρχήσει στο δημόσιο διάλογο της χώρας. Παρόλο που πολλοί προσπαθούν να εμβαθύνουν στο πρόβλημα, αποφεύγοντας τα τετριμμένα και τις ουτοπικές λύσεις, λίγες από αυτές τις φωνές ακούγονται ευρύτερα. Γιατί θέλει θάρρος και παρρησία να παραδεχτείς ότι στη χώρα που ζεις το δημοσιονομικό πρόβλημα είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Είναι το οξύ σύμπτωμα μιας γενικευμένης υπανάπτυξης των κοινωνικών δομών της νεοελληνικής κοινωνίας. Εφόσον η Ελλάδα είχε μια ισχυρή παραγωγική βάση, απότελούμενη από ένα πυκνό πλέγμα από μεγάλες ή μικρότερες αλλά, σε κάθε περίπτωση, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, με δικτύωση σε υψηλού επιπέδου ερευνητικά κέντρα, όπως συμβαίνει στις πιο ανεπτυγμένες χώρες, η ανάπτυξη θα κάλυπτε μεγάλο μέρος των ελλειμάτων και η χώρα θα είχε λιγότερο οδυνηρές προσαρμογές. Ακριβώς, όπως μια υγιής δημόσια διοίκηση, η οποία θα προγραμμάτιζε ορθολογικά τις δημόσιες δαπάνες, θα εισέπρατε τους όλους τους φόρους, θα απασχολούσε μόνο το προσωπικό που χρειάζεται, μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα ισορροπίας μιας χειμαζόμενης οικονομίας και μιας αποπροσανατολισμένης κοινωνίας. Όμως, μια τέτοια δημόσια διοίκηση χρειάζεται οξύνοες και αποφασιστικούς πολιτικούς, μια διαφορετική στελέχωση, ιδίως στις ανώτερες βαθμίδες, και διαφορετικές αξίες ως προς το τι είναι δημόσιο, πως το διαχειριζόμαστε και με ποιο σκοπό. Οι αδύναμες επιχειρήσεις και το διεφθαρμένο κράτος έχουν κοινό παρανομαστή τις στρεβλώσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα και μια δημογραφική αδυναμία, με πολλούς ηλικιωμένους και χωρίς ιδιαίτερες δεξιότητες σε θέσεις εξουσίας. Η σταδιακή σύνδεση του δημοσιονομικού προβλήματος με τις αξίες της κοινωνίας υποδεικνύει πως η άρνηση ενός σημαντικού μέρους της ελληνικής κοινωνίας να ασπαστεί τις νεωτερικές αξίες για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος από τους καιροσκόπους, η άρνηση της σημασίας του ερευνητικού πνεύματος και της καινοτομίας στην εξέλιξη της κοινωνίας, η αποσιώπηση της αριστείας, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, και γενικότερα η προαγωγή μερικών καλών συνηθειών που ανταμοίβουν όσους τις υιοθετούν, ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τη σημερινή μας κατάντια.

Βλέπουμε λοιπόν ότι το πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας είναι σαν το κρεμμύδι. Έχει πολλούς φλοιούς και, καθώς τους αφαιρούμε, θα μας έρχονται δάκρυα.