Έχω ήδη περιγράψει εδώ ότι το ελληνικό πρόβλημα είναι πολυσύνθετο και δεν εξαντλείται στα δημόσια οικονομικά. Τα τελευταία είναι όπως ο πονοκέφαλος σε μια ίωση με πυρετό. Προέρχεται από το βασικό σύμπτωμα και έχει μικρή σχέση με την αιτία.
Ένα βαθύτερο πρόβλημα της χώρας είναι το δημογραφικό. Όχι τόσο το πρόβλημα των μειωμένων γεννήσεων, όσο η διάρθρωση της δημογραφικής πυραμίδας και πως αυτή επηρεάζει τη γενική πορεία της κοινωνίας. Δεδομένου ότι η σημερινή συγκυρία είναι αρνητική θα κατηγοριοποιήσουμε τους εαυτούς μας με βάση τις επιβλαβείς αξίες και συνήθειες που έχουμε, μήπως και γίνει σαφέστερο γιατί κατευθυνόμαστε με ιλιγγιώδη ταχύτητα επάνω σε τοίχο. Υπολογίστε ότι κάθε γενιά εμφανίζεται στον κοινωνικό χώρο στην εφηβεία (κάπου στα δεκαοκτώ οι παλαιότερες, σταδιακά όλο και σε μικρότερες ηλικίες), σφυρηλατεί την ενότητα με βάση τις δυνατότητες επικοινωνίας με τους συνομήλικους και απαιτεί το δικό της μερίδιο στο δημόσιο λόγο, τον εθνικό πλούτο κα. Σχηματοποιώντας τις γενιές, μοιραία θα αδικήσω πολλούς αφού με ενδιαφέρει η σφραγίδα, το αποτύπωμα, της κάθε γενιάς που σίγουρα δεν περιλαμβάνει όλους όσους ανήκουν σε αυτή. Επίσης, το σχήμα προέρχεται από εμπειρικές παρατηρήσεις, έτσι, στις μεγαλύτερες ηλικίες οι περιγραφές είναι πιο χοντροκομμένες και λιγότερο λεπτομερείς.
- Η Γενιά του Πολέμου
Πρακτικά, η Γενιά των παππούδων μας. Περιλαμβάνει, γενικά, όσους γεννήθηκαν μέχρι το 1935, όσους πολέμησαν, τραυματίστηκαν, είδαν φίλους τους να σκοτώνονται, τις οικογένειές τους να υποφέρουν και υποχρεώθηκαν να χτίσουν την Ελλάδα από την αρχή και να την πάνε λίγο πιο πέρα.
Η Γενιά του Πολέμου σφυρηλατήθηκε κυρίως στα καφενεία και τις αυλές των σπιτιών.
Η Γενιά του Πολέμου ήταν απόλυτη στις κρίσεις της για τους άλλους και σπάνια αναθεωρούσε: ο Α ήταν καλός άνθρωπος, ο Β ήταν φανφαρόνος, ο Γ ρεμάλι και αναξιόπιστος, η Δ αερόμυαλη, η Ε τεμπέλα κοκ. Κάθε σφάλμα που γινόταν γνωστό (απάτη κάθε μορφής, ψέμα, κλοπή κλπ) προσμετρούσε σε βάρος του φταίχτη για πολύ καιρό. Αυτή η συνήθεια τους προφύλασσε από πολλές κακοτοπιές, αν και έκανε καμιά φορά αδικίες αφού εμπόδιζε την εξιλέωση του φταίχτη.
Η γενιά αυτή έχει ελάχιστη πολιτική ή εκλογική σημασία.
- Η Γενιά της Μετανάστευσης
Πάντα οι Έλληνες μετανάστευαν αλλά η συγκεκριμένη γενιά σφραγίστηκε από αυτό το φαινόμενο. Οι περισσότεροι άφησαν την πατρική εστία νωρίς. Άλλοι στα δώδεκα για να πάνε στο Γυμνάσιο, άλλοι στα δεκαπέντε για να πάνε στην Αθήνα ή (σπανιότερα) στη Θεσσαλονίκη, άλλοι στα δεκαοχτώ για Γερμανία, Αυστραλία, ΗΠΑ κα, άσχετα με το αν υπήρχε παράδοση στον τόπο τους στη μετανάστευση ή όχι. Οι εσωτερικοί μετανάστες συνήθως έζησαν τελικά σε κάποια πόλη, ενώ πολλοί μετανάστες εξωτερικού τελικά επέστρεψαν στη χώρα τους. Σε γενικές γραμμές, στη γενιά αυτή ανήκουν όσοι γεννήθηκαν από το 1935 ως το 1955.
Η Γενιά της Μετανάστευσης έχει μνήμες από πολέμους, από χρόνιο υποσιτισμό και άλλες κακουχίες. Διατηρεί επίσης μνήμες από την αγροτική Ελλάδα, του αποκλεισμού από πολλά δημόσια αγαθά και του αυστηρότατου κοινωνικού ελέγχου, ενθουσιάστηκε με το ραδιόφωνο και το πικ απ, έχτισε αυθαίρετα για να στεγαστεί, οι πιο τυχεροί αγόρασαν αυτοκίνητο. Οι άνθρωποι αυτοί έδειξαν συχνά αλληλεγγύη μεταξύ τους, διαχώρισαν τους εαυτούς τους από την προηγούμενη γενιά που τη θεωρούσαν εριστική, ιδίως σε θέματα πολιτικής, και προσπάθησαν να δώσουν στους νεότερους περισσότερα από μια υλική ασφάλεια.
Μοιραία, η γενιά αυτή δεν ενσωματώθηκε ποτέ εντελώς στη ζωή της πόλης. Διατήρησε αξίες και συνήθειες από την αγροτική ζωή, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία. Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της είναι ότι δε σνόμπαρε καμία νόμιμη δουλειά, ακόμη και επιστήμονες μπορούσαν, σε διάφορες φάσεις να κάνουν, επιπρόσθετα, χειρονακτικές εργασίες.
- Η Γενιά του Χαβαλέ
Γεννημένοι από το 1955 μέχρι το 1975 (σε κάποιες περιοχές της επαρχίας και λίγο αργότερα), αυτή η γενιά αποτελείται, στην πλειονότητα, από ανθρώπους που γεννήθηκαν σε πόλεις, επομένως, δε γνώρισαν πείνα, κρύο ή άλλα βιοποριστικά προβλήματα. Το κύριο χαρακτηριστικό της γενιάς αυτής είναι ότι λίγα πράγματα έπαιρνε στα σοβαρά -μέχρι που ξέσπασε η Κρίση. Ο χαβαλές, στα μάτια της σήμαινε ότι είσαι ωραίος τύπος, ενώ το μεγαλύτερο αμάρτημα ήταν να είσαι ξενέρωτος. Η γενιά παρουσίασε μια έντονη συλλογικότητα, κυρίως, πυκνώνοντας κομματικούς στρατούς και συνδικάτα.
Η Γενιά του Χαβαλέ, στα νιάτα της, γοητεύτηκε από το βίντεο και τις μοτοσυκλέτες, φόρεσε τζιν χωρίς ενοχές, γέλασε με τη "Ρόδα, τσάντα και κοπάνα" και με τα παθήματα της προηγούμενης γενιάς στη "Λούφα και Παραλλαγή", άκουσε ντίσκο και ροκ, μέχρι να το γυρίσει σε Βίσση και Βανδή (έτσι κι αλλιώς λίγοι μιλούσαν καλά αγγλικά και καταλαβαίνανε τι έλεγαν τα "ξένα" τραγούδια) και γενικώς απέφυγε να ενηλικιωθεί. Σ' αυτό βοήθησαν και οι μεγαλύτεροι. Έχοντας στερηθεί πολλά στη ζωή τους προσπαθούσαν να δώσουν περισσότερες ευκαιρίες στους νεότερους -όπως τις αντιλαμβάνονταν κάθε φορά. Οι απαιτήσεις στο σχολείο έπεσαν πολύ (όλοι έπαιρναν ένα "10" για πάρουν το "χαρτί"), το Δημόσιο άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του για όλους (του σωστού "χρώματος" κάθε φορά), οι αποτυχίες στις πανελλαδικές αντιμετωπίστηκαν με πτυχία για ειδικότητες χωρίς ζήτηση, από τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία και το χρήμα έρεε διαρκώς από την ΕΟΚ και τις ξένες τράπεζες. Δε χρειάζονταν πολλή προσπάθεια για την επιτυχία, ταμειακές μηχανές στα καταστήματα μπήκαν το '86, τα τεκμήρια διαβίωσης το '94 -προτού καταργηθούν μια δεκαετία μετά -και πάντα υπήρχε η σταδιακή μονιμοποίηση στο Δημόσιο, έπειτα από πολλές συμβάσεις. (Η μονιμοποίηση δεκάδων χιλιάδων συμβασιούχων το 2005 που έριξε εν πολλοίς τη χώρα στις ξέρες ήταν το τελευταίο "δώρο" της Γενιάς της Μετανάστευσης στη Γενιά του Χαβαλέ). Έτσι, δεν είναι περίεργο, που στη γενιά αυτή βρέθηκαν οι πρώτοι Έλληνες που απέκλεισαν δουλειές: κανείς τους δεν ήθελε να γίνει αγρότης. (Μάλιστα, οι γυναίκες δεν παντρεύονταν καν αγρότη. Προτιμούσαν ένα φτωχότερο και ασχημότερο κάτοικο πόλης/ κωμόπολης, με την ίδια μόρφωση.)
Με το €, η γενιά έτρεξε να δανειστεί για τα πάντα. Πλάι σε σοβαρούς ανθρώπους που προσπαθούσαν να χτίσουν ένα σπίτι, να ανοίξουν μια δουλειά ή να πάρουν ένα αυτοκίνητο, εμφανίστηκε ένα κύμα δανειοληπτών για τα πιο ακραία πράγματα. Για μεγάλα σπίτια με δάνειο για το 100% της αξίας τους, πολυτελή αυτοκίνητα για βαλάντια που εμφανώς δεν τα αντέχανε, καταναλωτικά σε κάθε ευκαιρία και άλλα πολλά οδήγησαν αργότερα τη γενιά σε τρομερά αδιέξοδα -μαζί με τις αναγκαίες απολύσεις στο Δημόσιο κλπ. Και, φυσικά, τα αντιμετωπίζει με τον μόνο τρόπο που έμαθε. Ενστικτωδώς, προσπαθεί να κρατηθεί από τους παλαιότερους αλλά δεν μπορεί: είναι σχεδόν όλοι συνταξιούχοι. Προσπαθεί να στηριχτεί στο κράτος -πατερούλη αλλά εκείνο χρεοκοπεί. Ούτε η ΕΕ θέλει να βοηθήσει άνευ όρων. Η μόνη λύση που έμεινε -για να διατηρηθούν, κατά τη γνώμη τους, τα κεκτημένα) ήταν αυτή του "καμικάζι": να τινάξουμε την ευρωζώνη στον αέρα! "Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων".. (Μ' αυτά και μ' αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στο 27%...)
Η γενιά αυτή τείνει να αντιπαθεί τρεις κατηγορίες ανθρώπων:
α) τους συνομηλίκους Ευρωπαίους, δηλαδή όσους είχαν την τύχη να γεννηθούν σε χώρες που δεν έχουν τη συνήθη νεοελληνική κακοδαιμονία (λίγες μέρες διακοπές το χρόνο, περιοδικές οικονομικές κρίσεις κλπ) και δεν είχαν ιδιαίτερο κοινωνικό έλεγχο στα νιάτα τους, επομένως, ερχόταν κάθε καλοκαίρι διακοπές με τις φίλες τους στην Ελλάδα, καθόλα τα 80s, και ήταν καρφί στο μάτι των δικών μας,
β) τους νεότερους τους Έλληνες -και ιδίως την επόμενη γενιά -με ένα τρόπο που θυμίζει τη ζήλια του μεγάλου αδελφού προς το μικρότερο. Συχνά τους βρίσκουν απίστευτα κουσούρια και ποτέ δεν τους πιέζουν να γίνουν πχ σαν τους συνομήλικούς τους Ευρωπαίους (τη νέα γενιά) αλλά, αντίθετα, τους πιέζουν να γίνουν σαν τους ίδιους, τη Γενιά του Χαβαλέ.
γ) τους μετανάστες -εξαιρούνται οι Ρωσίδες - κυρίως για λόγους ψυχικής ισορροπίας. Αν σκεφτείτε πχ πόσοι από τη Γενιά του Χαβαλέ την έβγαλαν "ζάχαρη" μια ζωή στο Δημόσιο με ένα Απολυτήριο Λυκείου, ενώ μετανάστες με τα ίδια προσόντα γέρασαν πρόωρα από τις κακουχίες και τους κινδύνους, καταλαβαίνετε γιατί θέλουν τόσο πολύ να διαχωρίζουν τη θέση τους από αυτούς.
Για λόγους προφανείς, ούτε οι νεότερες γενιές εκτιμούν πολύ τη Γενιά του Χαβαλέ.
- Η Γενιά των Greeklish
Σε γενικές γραμμές, περιλαμβάνονται όσοι έμαθαν το Ιντερνέτ μέσα από τα mail, τα chat και τα forums κάπου το 2000. Εκείνες τις εποχές οι ελληνικοί χαρακτήρες παρέμεναν επισφαλείς για την επικοινωνία και, έτσι, όλοι αυτοί χρησιμοποίησαν κάποια στιγμή τα greeklish -και μερικοί τα κρατούν μέχρι τις μέρες μας. Περιλαμβάνονται, όσοι, περίπου, γεννήθηκαν από το 1975 ως το 1990.
Κύριο χαρακτηριστικό της γενιάς είναι ο απίστευτος εγωκεντρισμός: Ε γ ώ, οι κολλητοί μ ο υ, η γκόμενά μ ο υ, το αυτοκίνητό μ ο υ, το PC μ ο υ -και δε συμμαζεύεται. Είναι μάταιο να ψάξεις για συλλογικότητα και κοινό παρονομαστή σε αυτή τη γενιά: πρόκειται για κολάζ, ψηφιδωτό, με επιμέρους ομάδες με ακραία και αντίθετα μεταξύ τους χαρακτηριστικά. Κάποιοι έγιναν πρόθυμοι ακόλουθοι κομματικών βαρώνων και οι υπόλοιποι τους χλευάζουν. Άλλοι προσπάθησαν να μιμηθούν τη γενιά του Χαβαλέ -και έπραξαν κακώς γιατί τα δανεικά είχαν τελειώσει. Άλλοι επένδυσαν στη μακροχρόνια εκπαίδευση -και ακόμη δεν έχουν κάνει απόσβεση. Άλλοι δεν έφυγαν ποτέ από την πατρική εστία (χωριό, γειτονιά κλπ), ούτε καν για σπουδές -και τώρα τρέχουν να ψηφίσουν Χρυσή Αυγή. Γενικώς, αν ψάχνεις για τη νεοελληνική μετανεοτερικότητα, εκεί ακριβώς θα τη βρεις.
Αυτή η γενιά ήταν ανάποδη από την προηγούμενη. Είχε μεν περισσότερες δεξιότητες (αν μπορείς να βγάλεις ένα μέσο όρο σε ένα τόσο ετερογενές σύνολο) αλλά μικρότερη ασφάλεια. Ακόμη και πριν ξεσπάσει η Κρίση, τα αδιέξοδα ήταν εμφανή. Θεσμικά εμπόδια (νταβαντζιλίκια) από τις προηγούμενες γενιές, μια εθνική οικονομία στη λογική των "ημετέρων" και μια εικονική (τηλεοπτική) πραγματικότητα που αν την έπαιρνες τοις μετρητοίς θα νόμιζες ότι ζεις στην Καλιφόρνια (celebrities, παραλίες, καινοτομία κα) παρά σε μια βαλκανική χώρα. Βέβαια, λίγες ήταν οι συνειδητοποιημένες ομάδες αυτής της γενιάς. Οι περισσότεροι ήταν αλλού.
Αυτή η γενιά σνόμπαρε τις σκληρές εργατικές δουλείες. Πολλοί δικαίως, καθώς είχαν μια ειδίκευση και ανυπομονούσαν να την εξασκήσουν. Άλλοι, χωρίς προφανή λόγο. Δουλειές καταστημάτων είχαν σαφές προβάδισμα από δουλειές εργατικές που, παρόλα αυτά, πλήρωναν καλύτερα. Θα έλεγε κανείς ότι η Γενιά των Greeklish απέρριπτε πολύ περισσότερες δουλειές από τις προηγούμενες γενιές, ενώ, πολλοί, διατήρησαν τη σαφή προτίμηση των παλαιότερων για το Δημόσιο -που, όμως, άντεχε, εμφανέστατα, όλο και λιγότερο.
Όσο περισσότερο διέφεραν οι αξίες στο εσωτερικό της γενιάς, τόσο περισσότερο έμοιαζαν όλοι στην εμφάνιση. Μια χαμηλόμισθη πωλήτρια δε ξεχώριζε, στο ντύσιμο, από μια executive, παρόλο που στη μία αυτό μπορεί να κόστιζε το 80% του μισθού της και στην άλλη το 30%. Όλοι ήθελαν να διατηρήσουν ένα look που να παραπέμπει σε αμερικάνικη τηλεοπτική σειρά. Οι γυναίκες, ιδίως, είχαν μείνει με την εντύπωση ότι θα έχουν δουλειά -στο Δημόσιο, οι τυχερές, σε ένα ήρεμο ιδιωτικό τομέα, οι άτυχες -και λεφτά -με την ανεξαρτησία που συνεπάγονται απέναντι στο συντρόφό τους -για πάντα. Η Κρίση τις προσγείωσε περισσότερο ανώμαλα από όλους τους υπόλοιπους Έλληνες.
Καθόλου τυχαία, η γενιά αυτή είναι η πιο στριμωγμένη σήμερα και μεταναστεύει μαζικά. Άλλοι από ελπίδα και άλλοι από απελπισία.
- Η Γενιά του Facebook
Με βάση τα παραπάνω, πείτε μου, τώρα, πως θα καταφέρουμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας και να βαδίσουμε στον 21 αιώνα. Είναι φανερό ότι δεν είναι ένα μόνο χάσμα ανάμεσα στις γενιές αλλά πολλά, ακόμη και εκεί που λογικά δε θα 'πρεπε, όπως τις Γενιές του Χαβαλέ και των Greeklish, οι οποίες καλύπτουν όλες τις παραγωγικές ηλικίες και, θεωρητικά, έχουν κοινά συμφέροντα.
Ελπίζω ότι κάθε γενιά, αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες της, θα μπορέσει να σταθεί καλύτερα ως κομμάτι ενός γενικότερου συνόλου και να αναλάβει ένα ενεργό ρόλο για τη διέξοδο που έχουμε όλοι ανάγκη. Μέχρι τότε, επαφίεμαι στις προτάσεις του Ράχενμπαχ, αλλιώς προβλέπεται Επιτάφιος Θρήνος.