Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Πλοηγώντας σε επικίνδυνα νερά


Αρέσει, συχνά, στους Έλληνες να παρομοιάζουν τη χώρα τους με πλοίο που ταξιδεύει στο πέλαγος, άλλοτε με ούριο άνεμο και άλλοτε με φουρτούνα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη χώρα δεν προέρχεται τόσο από το ότι δεν τρέχει γρήγορα στις καλές εποχές, όπως συμβαίνει π.χ με άλλες βαλκανικές χώρες. Αντιθέτως, προέρχεται από το ότι γυρίζει πολύ εύκολα πίσω, ιδίως στις κακές εποχές, και ύστερα είναι υποχρεωμένη να τρέξει πάλι προς τα εμπρός αλλά το μόνο που πετυχαίνει είναι να κερδίσει κάποιο χαμένο έδαφος. Θυμηθείτε μόνο τα αναίτια πισωγυρίσματα, κατά τα τελευταία εκατό χρόνια: η μικρασιατική καταστροφή, ο εμφύλιος, η χούντα. Για να μη μιλήσουμε για τις χρεοκοπίες του ελληνικού κράτους που συμβαίνουν κάθε γενιά. Δεν υπήρχε κανείς αντικειμενικός λόγος για τα περισσότερα από αυτά τα γεγονότα. Απλώς το πολιτικό σύστημα και η κοινωνία απέτυχαν, στο εσωτερικό τους, να διαπραγματευτούν μια ρεαλιστική στρατηγική για το μέλλον, σε κάποια κρίσιμη στιγμή.

Σήμερα ζούμε μια παρόμοια κρίσιμη στιγμή και τα ερωτήματα δεν είναι καθόλου μικρά. Γιατί ο πολιτικός διάλογος στην Ελλάδα εξελίχθηκε σε μία Βαβέλ, όπου ακόμη και απίστευτες τερατολογίες αντιμετωπίζονται ως σοβαρές και αξιόπιστες πολιτικές προτάσεις; (Όχι δεν υπήρχε Βαβέλ παλαιότερα στη μεταπολίτευση. Σωστό ή λάθος, οι Έλληνες ήξεραν συνήθως τι ήθελαν.) Γιατί το πολιτικό σύστημα θεωρεί ότι μπορεί να εξαπατήσει τους φορολογούμενους, επιβάλλοντας άδικους και παράλογους φόρους, για χάρη μιας μειοψηφίας πελατών που πρέπει να μείνει άθικτη, με μια ανεδαφική αυτοπεποίθηση ότι η κίνηση θα τελεσφορήσει; Γιατί δεν μπορεί να προχωρήσει η παραγωγική αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας; Και, πότε, επιτέλους, αυτή η χώρα θα βγει από το αδιέξοδο;

Ένας από τους περισσότερο ενδιαφέροντες διαχωρισμούς γύρω από τις προβλέψεις που κάνει ο Τάλεμπ στον Μαύρο Κύκνο, είναι οι διαβαθμίσεις της αβεβαιότητας, στηριζόμενος, απλώς, σε ένα λεξικό -τα παραδείγματα είναι δικά μου. Έτσι μιλά για το ήπια τυχαίο (hazard, στα γαλλικά), πχ η ρίψη ενός ζαριού, το απρόβλεπτα τυχαίο ή χαοτικό (fortuit, στα γαλλικά), πχ η κίνηση ενός μορίου αερίου στο χώρο, και το ρίσκο, το πραγματικά επικίνδυνο (rizk, στα αραβικά), πχ το γνωστό μοτίβο των μύθων της Ανατολής, όπου ο ήρωας αν αποτύχει στην αποστολή χάνει τη ζωή του από τον ηγεμόνα. Οι διαφορές ανάμεσα στα τρία είδη είναι μεγάλες. Μπορεί να μη μας εντυπωσιάζει πχ ότι ρίχνοντας ένα ζάρι έχουμε κάποιες, μία στις έξι, πιθανότητες (αναφέρομαι σε μη "πειραγμένο" ζάρι) να μαντέψουμε τη σωστή λύση. Παρόλα αυτά, όλοι ξέρουμε ότι αποκλείεται (0% η πιθανότητα) ένα ζάρι να φέρει εφτά. Ίσως μοιάζει να μην αξίζει πολύ, ως πρόβλεψη, αλλά προσφέρει μια βεβαιότητα και έχει τη σημασία της. Αντιθέτως, κάθε πρόβλεψη για την κίνηση των μορίων ενός αερίου είναι μάταιη. Δεν έχει νόημα να την επιχειρήσουμε, δεν ποσοτικοποιείται, αφού ακόμη και το πιο σύνθετο μοντέλο δεν μπορεί να λειτουργήσει. Παρόλα αυτά, η ζημιά είναι περιορισμένη, αφού ούτε και κανείς άλλος μπορεί να κάνει ασφαλή πρόβλεψη. Και, τέλος, υπάρχει το πραγματικά επικίνδυνο -όχι υποχρεωτικά ως θέμα ζωής και θανάτου, μια χρεοκοπία πχ παραμένει επικίνδυνη -το οποίο πρέπει, φυσικά, να το αποφεύγουμε.


Πόσο εξοικειωμένοι είναι οι πολιτικοί και οι πολίτες της χώρας με τη διαχείριση της αβεβαιότητας και ιδίως τους πολιτικούς και οικονομικούς κινδύνους που παράγονται διαρκώς σε μια παρατεταμένη κρίση; Νομίζω ότι μπορούμε εύκολα να τους χωρίσουμε σε τρεις κατηγορίες. Προσοχή! Δεν έχει καμία σημασία ο πλούτος, η μόρφωση ή συμβατική ευφυΐα ενός πολιτικού ή ενός πολίτη. Ο διαχωρισμός, για τις ανάγκες της ανάλυσης, προκύπτει κυρίως από τα βιώματα, τα συμφέροντα και τη ρουτίνα του καθενός, αναφορικά πάντα με την αβεβαιότητα.

Στην πρώτη κατηγορία (ας την πούμε, οι Τυχεροί) ανήκουν δικαιωματικά όσοι ζουν -κατά το μάλλον ή ήττον -μια προστατευμένη ζωή, σαν αυτή που τόσο εγκωμίαζε η τηλεόραση εκείνες τις παλιές εποχές. Συνήθως, αυτό είναι προϊόν ενός περίπλοκου ή απλούστερου θεσμικού πλαισίου ή άτυπων πρακτικών. Εδώ μπορούμε να εντάξουμε, ιδίως, μεγάλα πολιτικά και αυτοδιοικητικά τζάκια, πολιτικούς του κομματικού σωλήνα, στρατευμένα κομματικά στελέχη, μόνιμους πολιτευτές, κλειστές αγορές, κλειστά επαγγέλματα, κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, εισοδηματίες, συνδικαλιστές (μεγάλους και μικρούς), ΔΥ με οργανικές θέσεις -ακόμη κι αν αμείβονται ελάχιστα, ακόμη κι αν δουλεύουν πολύ -εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ, σε ημιδημόσιους φορείς, συνεταιρισμούς κοκ. Διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό τους υπάρχουν πολλές. Άλλοι έχουν εξασφαλισμένη κοινωνική δύναμη, άλλοι ξέρουν ότι μέχρι 31/12 κάθε χρόνου θα παίρνουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, χρήματα για να ζουν όπως παλιά -πιο διακριτικά, βεβαίως, τα πάθη είναι σε έξαψη -ενώ άλλοι έχουν εξασφαλίσει απλώς κάποια χρήματα κάθε πρώτη του μηνός. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, νομίζουν ότι δύσκολα οι καταστάσεις μπορούν να πάνε στραβά, πέρα από κάποιο σημείο.

Σκεφτείτε την αναπαραγωγή των κυκλωμάτων των Τυχερών. Το κομματικό χρίσμα στην πολιτική και το συνδικαλισμό, την πολιτική προστασία στις κλειστές αγορές και επαγγέλματα, τη μονιμότητα των ΔΥ και των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ -ας αφήσουμε την κληρονομική διαδοχή σε βουλευτικές ή πανεπιστημιακές έδρες. Τι ικανότητες στη διαχείριση κινδύνων απαιτούνται; Λίγες. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν απαιτούνται άλλες ικανότητες. Σημαίνει, απλά, ότι οι Τυχεροί δε μαθαίνουν ποτέ πως να διαχειρίζονται την αβεβαιότητα. Σε χώρες όπου οι πολιτικοί προέρχονται από τον κόσμο των επιχειρήσεων ή της εργασίας, είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για το απροσδόκητο, γι' αυτό ακριβώς κανείς δε διανοείται να υποστηρίξει σοβαρά -ούτε καν στ' αστεία- πχ ότι πρέπει η χώρα του να αποχωρήσει από την ευρωζώνη.

Στο σημείο αυτό, δεν έχει σημασία η ηθική διάσταση του θέματος, αν δηλαδή θα έπρεπε να υπάρχουν Τυχεροί ή όχι ή αν έπρεπε να είναι αυτοί οι Τυχεροί ή κάποιοι άλλοι και με ποιο τρόπο θα τους διαλέγουμε κάθε φορά. Ούτε έχει σημασία πόσοι είναι. Μήτε έχουν ιδιαίτερη σημασία οι εξαιρέσεις στον κανόνα, αφού, εκ των πραγμάτων, η όποια αβεβαιότητα είναι μικρή και πάντα περιορίζεται στο τυχαίο, με πολύ μικρή διακύμανση. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι δυσκολεύονται να κατανοήσουν πόσο εκρηκτικές μπορούν να γίνουν οι κοινωνικές εντάσεις, έπειτα από μια σταδιακή κλιμάκωση και για ποιο λόγο τέτοιες κλιμακώσεις πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία. Δε βλέπουν όλη την εικόνα αλλά το πιο ευχάριστο τμήμα της.

Η δεύτερη κατηγορία -αλίμονο, οι Άτυχοι - αναφέρεται σε όσους απολαμβάνουν τη συνηθισμένη προστασία του πολίτη σε μια δυτική δημοκρατία και τίποτε περισσότερο από αυτό. Επίσης, έχουν όλες υποχρεώσεις ενός πολίτη, συμπεριλαμβανομένης της επαχθούς βεβαιότητας της οικονομικής αφαίμαξης, μέσω της φορολογίας, υπέρ των Τυχερών. Φυσικά περιλαμβάνει ελάχιστους πολιτικούς, νυν ή πρώην, συχνά κάποιας ηλικίας, και αυτούς λόγω των βιωμάτων τους -στο βαθμό που τα θυμούνται -από τις συχνές εκτροπές που συνέβαιναν στη χώρα κατά το απώτερο παρελθόν. Περιλαμβάνει, όμως, πάρα πολλούς πολίτες, ανεξαρτήτως ηλικίας, ιδίως από τις μεσαίες και τις κατώτερες τάξεις. Εδώ ανήκουν και οι περισσότεροι συνταξιούχοι επειδή δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους από τις ορέξεις ή τους σχεδιασμούς των κυβερνήσεων. 

Αυτοί οι πολίτες έχουν πείρα από την πολιτική και την οικονομική αβεβαιότητα. Έχουν γνωρίσει, πολλές φορές σε κάποιες περιπτώσεις, την ανεργία ή την πτώχευση ή την επαγγελματική στασιμότητα, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια, και άλλες αναποδιές, και έχουν καταλάβει ότι δεν μπορούν να ελέγξουν το χαοτικό, όπως πχ την κατάσταση της σημερινής Ελλάδας, η οποία στροβιλίζεται σαν φτερό στον άνεμο. Μπορούν όμως να καταλάβουν την αξία του τυχαίου, την ασφάλεια που προκύπτει από ορισμένες βεβαιότητες, έστω κι αν δεν μπορούν να γίνουν ασφαλείς προβλέψεις. Όσοι ανήκουν σταθερά -και όχι λόγω κρίσης -σε αυτή την κατηγορία πχ έμποροι ή στελέχη επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε ανταγωνιστικές αγορές, καταλαβαίνουν πχ ότι η Ελλάδα παραμένοντας μέλος της ΕΕ κερδίζει απ' αυτό, παρόλο που δεν μπορεί να επηρεάσει την πολιτική των ευρωπαϊκών θεσμών για το πόση λιτότητα είναι ωφέλιμη και πόση ανάπτυξη χρειάζεται. Οι Άτυχοι έχουν επίγνωση της θέση τους σήμερα, καθώς και της θέσης των Τυχερών. Δεν είναι, όμως, αποκομμένοι από την κοινωνία.

Η τελευταία κατηγορία είναι, ασφαλώς, οι Αδιάφοροι. Τα συμφέροντα τους είναι, ούτως ή άλλως, εκτεθειμένα σε σοβαρούς κινδύνους, επομένως, δεν χρειάζονται ιδιαίτερα το Κράτος γενικά, και ειδικά το αποτυχημένο και χρεοκοπημένο νεοελληνικό κράτος. Πχ όσοι δραστηριοποιούνται, ως επιχειρηματίες, ως στελέχη ή ως εργαζόμενοι, στη ναυτιλία ή τον τουρισμό ή εξάγουν τα προϊόντα τους, εκ των πραγμάτων, πρέπει να συνεργάζονται ή να ανταγωνίζονται ή να διαπραγματεύονται με πολύ διαφορετικούς ανθρώπους, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Σκεφτείτε μόνο πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος και πόσο διαφορετικοί μπορούν να είναι οι άνθρωποι αναλόγως του πολιτισμού, του κλίματος, της ιστορίας, της κοινωνικής τάξης κλπ: από Άγγλους αριστοκράτες μέχρι Σομαλούς πειρατές, από μεσήλικες μανδαρίνους του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας μέχρι ιδιοφυείς εικοσάρηδες της Silicon Valley, από καταναλωτές με latin spirit στην Λατινική Αμερική μέχρι αυστηρούς παραδοσιακούς Άραβες τελωνειακούς ή Γερμανούς τουρίστες. Κάθε λάθος πληρώνεται άμεσα και αν η κατάσταση ξεφύγει μπορεί να ακολουθήσει εύκολα μια οικονομική καταστροφή. Σε ένα μεγάλο κόσμο, όλοι μπορούν να να αντικατασταθούν από κάποιο ανταγωνιστή τους. Σε αντιστάθμισμα, κάθε κέρδος είναι μεγάλο. Αρκεί βέβαια να μπορεί κανείς να διαχειριστεί σωστά τους κινδύνους. Ολομόναχος, εννοείται. Το ελληνικό κράτος είναι συχνά απόν. (Αυτός είναι ο λόγος που οι εφοπλιστές και οι Πατριάρχες, πράττοντας σοφά, καλλιεργούν επιμελώς σχέσεις με ισχυρές χώρες. Το οικονομικά και πολιτικά επικίνδυνο μετατρέπεται, έτσι, σε τυχαίο.) Τέτοιοι άνθρωποι ξέρουν πως να μοιράζουν τα αυγά σε πολλά καλάθια και το κάνουν συνήθως επιτυχώς. Γνωρίζουν πως να αποφεύγουν τους κινδύνους. Απλά είναι συνηθισμένοι να το κάνουν για δικό τους όφελος -ένα σοβαρό εμπόδιο για επιτυχημένη πολιτική σταδιοδρομία.

Δεν είναι, όμως, όλοι μακάριοι στην τελευταία κατηγορία, κάθε άλλο. Εκτεθειμένοι σε πολύ σοβαρούς κινδύνους είναι και άλλοι, πολύ περισσότεροι, πολίτες, εξίσου αδιάφοροι. Όσοι ανήκουν σε περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ σοβαρότερα προβλήματα από την περικοπή των "εξωτικών" επιδομάτων στο εισόδημά τους, όπως συμβαίνει με τους Τυχερούς. Μακροχρόνια άνεργοι, όσοι ζουν από την παραβατικότητα, όσοι αντιμετωπίζονται ως απόβλητοι ή χρησιμοποιούνται (π.χ.. μετανάστες, άστεγοι, τσιγγάνοι), ιδίως από κάποιους από τους Τυχερούς, έχουν λόγους να αδιαφορούν για την τύχη ημών των υπολοίπων. Μιλώντας για τους λεπρούς, ένα οξύ κοινωνικό πρόβλημα του 14ου αιώνα, ο Γουλιέλμος του Μπάσκερβιλ στο αριστούργημα του Ουμπέρτο Έκο Το Όνομα του Ρόδου, συνόψισε το διαχρονικό πρόβλημα των κοινωνικά αποκλεισμένων: οι λόγιοι (σσ: εννοούσε τους κοσμικούς και τους πνευματικούς άρχοντες που διαχρονικά είναι μέρος των Τυχερών) παίζουν με λέξεις, είτε υπερασπίζονται τους λεπρούς είτε τους κατηγορούν, αλλά οι ίδιοι οι λεπροί θα μας ήθελαν όλους λεπρούς ή νεκρούς. Η δυστυχία τους είναι πολύ βαριά για να γίνει κατανοητή μόνο με τις λέξεις.


Με βάση τα παραπάνω, οι μετακινήσεις ανάμεσα στις Κατηγορίες που τείνουν να λαμβάνουν χώρα, λόγω της παρατεταμένης κρίσης, διαμορφώνονται ως εξής: 

(α) οι Τυχεροί λιγοστεύουν διαρκώς, χάριν (τρόπος του λέγειν) των Άτυχων και, λιγότερο, των Αδιάφορων. Κάποτε πχ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία από τις παλιές ειδικότητες των μηχανικών και τους εργολάβους ανήκαν στους Τυχερούς, ήταν καλά προστατευμένοι από ένα αναχρονιστικό θεσμικό πλαίσιο και τις άτυπες πρακτικές του κλάδου. Τίποτε από αυτά δεν άλλαξε, απλά δεν υπάρχουν, πλέον, χρήματα. Αυτό οδήγησε ακόμη και έμπειρους επιχειρηματίες σε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αφού ήταν πλήρως εξαρτημένοι από την εθνική αγορά (μια ανώμαλη προσγείωση από το τυχαίο στο χαοτικό ή το επικίνδυνο, ανάλογα με την περίπτωση). Δεν είναι το μόνο παράδειγμα, απλώς μου είναι γνωστό. Αν γίνουν πάντως αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο των κλειστών αγορών/ επαγγελμάτων ή το Δημόσιο, θα αποφασιστούν μάλλον με το δίκαιο του ισχυρότερου (κλάδου, συντεχνίας κλπ), κατά τα ειωθότα αυτής της χώρας, παρά με βάση τη λογική.

(β) Οι Αδιάφοροι πληθαίνουν ραγδαία. Κάποιοι Άτυχοι και πολύ λιγότεροι Τυχεροί συνειδητοποιούν ότι η Ελλάδα που ξέραμε τελείωσε. Προσπαθούν να διεθνοποιήσουν την παραγωγή τους, τα εμπορικά τους σήματα, τις συνεργασίες τους. Αν και κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, είναι νωρίς για να ξέρουμε τι θα καταφέρουν μέχρι τέλους. Το επίσημο κράτος συνήθως απουσιάζει από τέτοιες ενέργειες, καθώς έχει άλλες προτεραιότητες, κατά πως φαίνεται. Παραδόξως, αυτό μπορεί να βγει σε καλό, αφού το ελληνικό κράτος, κάποιες φορές, στοχεύει περισσότερο στον επικοινωνιακό θόρυβο και λιγότερο στις ουσιαστικές ενέργειες και η περιορισμένη ενεργοποίησή του μπορεί, μερικές φορές, να αποδειχθεί ευεργετική.

Η κρίσιμη παράμετρος, όμως, είναι άλλη και πρόκειται για το κύριο κύμα της μετακίνησης δηλαδή οι Άτυχοι που γίνονται Αδιάφοροι από απελπισία, με τα χαρακτηριστικά που είδαμε, την αποκοπή από τον κοινωνικό ιστό, την αίσθηση ότι δεν υπάρχει καμία ασφάλεια και καμιά σταθερά στη ζωή τους. Η κρίση διαρκεί πολύ -περισσότερο από όσο θα περίμενε και ο πιο απαισιόδοξος παρατηρητής το 2009. Τα προβλήματα πληθαίνουν και διογκώνονται. Ακόμη και οι πολίτες με δυνατό χαρακτήρα μπορούν να κλονιστούν έπειτα από διαδοχικά κύματα εμπαιγμού από το πολιτικό σύστημα.

Γιατί εμπαιγμού; Διότι περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Όσο πολλοί Τυχεροί γίνονταν Άτυχοι, θεωρούσαν τη θέση τους προσωρινή και μπορούσαν να διατηρούν συλλογικές φαντασιώσεις ότι με κάποιο μαγικό τρόπο (επαναδιαπραγμάτευση, ένας νόμος με ένα άρθρο, επαχθές χρέος κα) θα επιστρέψουμε στη γλυκιά ζωή των 00s. Ή ότι δε φταίνε καθόλου τα προνόμια (θεμιτά και αθέμιτα) των Τυχερών για την κρίση, ούτε εμποδίζουν την έξοδο από αυτή, αλλά φταίνε αόριστα το διεθνές κεφάλαιο, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, ο καπιταλισμός ή ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Οι πολιτικοί που υπόσχονταν μαγικές λύσεις ή έκαναν τερατώδεις αναλύσεις για τα αίτια τις κρίσης, είτε γιατί τα πίστευαν, είτε εκ του πονηρού, φάνταζαν ευαίσθητοι, όχι τυχοδιώκτες. Η εσκεμμένη παράβλεψη από το πολιτικό σύστημα των κινδύνων που συνεπάγονταν μια άτακτη χρεοκοπία της χώρας ήταν προκλητική, μέχρις ότου οδηγήθηκε σε μια νέα κατανομή των δυνάμεων στο εσωτερικό του. Η Βαβέλ των άκοπων λύσεων δεν προέκυψε εκ του μηδενός, προήλθε από την έλλειψη εξοικείωσης σχεδόν όλου του πολιτικού συστήματος και μεγάλου μέρους της κοινωνίας με τον κίνδυνο και το πόσο εύκολα μπορεί να ξεφύγουν οι καταστάσεις σε περίπτωση μαζικού πανικού. Ούτε κατάφεραν να εκτιμήσουν σωστά τον κίνδυνο της μόνιμης πολιτικής αστάθειας, της διογκούμενης δυσαρέσκειας, των βραχύβιων και αδύναμων κυβερνήσεων και έτσι δεν μπορούν, μέχρι σήμερα, να τον αντιμετωπίσουν.

Όταν, όμως, έγινε σαφές -σε γενικές γραμμές, μετά τις εκλογές του 2012 -ότι οι Άτυχοι θα πληρώνουν διαρκώς -εκτός από τους ΔΥ, μονιμότητα στη χώρα απέκτησαν και τα χαράτσια -την απροθυμία του πολιτικού συστήματος να επιμερίσει δίκαια το κόστος και καθώς πολλοί Άτυχοι γίνονται πλέον Αδιάφοροι, ο αρχικός θυμός δίνει, σταδιακά, τη θέση του σε μια τυφλή οργή, η οποία δε λέει να καταλαγιάσει. Γνήσια οργή, όχι χάριν της πολιτικής επικοινωνίας, όπως συνηθιζόταν μέχρι τις εκλογές του 2012. Σε ένα τέτοιο κλίμα, πολιτικά πρόσωπα που αυτοπροσδιορίζονται ή παρουσιάζονται ως "αντισυστημικοί" -ενδεχομένως, ώστε να ενταχθούν, σταδιακά, μέσω της εκλογής σε δημόσιες θέσεις, στους Τυχερούς -κερδίζουν μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης. Άνθρωποι που βρίσκονται αντιμέτωποι με πολύ σοβαρούς κινδύνους στην καθημερινότητά τους δεν ενδιαφέρονται, πλέον, για τους "λαγούς από το καπέλο" που εξακολουθούν, πιο χαμηλόφωνα από παλιά, είναι αλήθεια, να υπόσχονται οι παραδοσιακοί πολιτικοί. Τους ενδιαφέρει μόνο να ζημιωθούν όλοι, όπως ζημιώνονται οι ίδιοι.

Πόσο σοβαροί είναι αυτοί οι κίνδυνοι των Αδιάφορων; Ποια είναι η πηγή της τυφλής οργής; Συνήθως μιλάμε πχ για τους άνεργους που αυξάνονται τα τελευταία χρόνια, συχνά, όμως, δεν αντιλαμβανόμαστε το βάθος του προβλήματος, αν δε μας αγγίζει. Η ανεργία, ιδίως η μακροχρόνια, οδηγεί πολλά νοικοκυριά σε καθημερινή γκρίνια, καβγάδες, αλκοολισμό, διαζύγια, παρατημένα παιδιά. Η εξ ανάγκης μετανάστευση στο εξωτερικό οδηγεί σε κομμένες ρίζες, στη διάλυση  των προσωπικών σχέσεων και γενικά έχει προσωπικό κόστος, ακόμη κι αν έχει οικονομικό όφελος. Δε θέλω καν να αναφερθώ στη σταθερή φθορά της σωματικής και ψυχικής υγείας πολλών συμπολιτών μας εξαιτίας, ακριβώς, της διαρκούς έκθεσης σε κινδύνους. Οι άνθρωποι που σταδιακά ξεπέφτουν, από Άτυχοι σε Αδιάφοροι, μπορεί να είναι κατεστραμμένοι αλλά δεν είναι ανόητοι. Ξέρουν ότι όσο αυτοί υποφέρουν, οι άλλοι, οι Τυχεροί, παραμένουν προστατευμένοι, ακόμη κι αν αυτοπαρουσιάζονται στην τηλεόραση ως αδικημένοι, φίλοι των απελπισμένων κλπ. Και ένας βασικός  λόγος που παραμένουν προστατευμένοι είναι το θεσμικό πλαίσιο και η φορολογία που εξακολουθεί να ψηφίζεται από τη Βουλή των Ελλήνων, η οποία, θεωρητικά, πρέπει να νομοθετεί υπέρ όλων των Ελλήνων, όχι υπέρ των επιμέρους συμφερόντων. 

Σε μια χώρα με ώριμο κοινοβουλευτισμό οι επικρατούσες προτεινόμενες λύσεις, πολλές και διαφορετικές, βεβαίως, θα ήταν όλες προϊόντα ενός πολιτικού πολιτισμού, ενός γνήσιου ανθρωπισμού προς όλους, χωρίς περιθώρια παρερμηνείας. Σε χώρες με ανώριμα πολιτικά κόμματα, τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά: οι ανεδαφικές/ ουτοπικές/ φαιδρές και άκρως ιδιοτελείς προτάσεις κερδίζουν έδαφος σε πρώτη φάση, και οι πραγματικά επικίνδυνες, στην επόμενη φάση. Οπότε, τι πρέπει να γίνει και μάλιστα εγκαίρως;




Νομίζω ότι πρέπει να βασιστούμε στο διαχωρισμό τυχαίο -χαοτικό -επικίνδυνο, ξεκινώντας από το τελευταίο. Ο εθνικός διχασμός είναι επικίνδυνος. Η ανομία επίσης. Το ίδιο και οι μη δημοκρατικές πρακτικές. Γιατί; Επειδή επιδέχονται διαρκώς κλιμάκωση και δεν υπακούν σε κανένα απολύτως κανόνα και σε καμιά απολύτως πρόβλεψη. Στο Λίβανο πχ στα μέσα της δεκαετίας του '70, είχαν κάποιες διαφωνίες και πίστεψαν ότι θα τις λύσουν με μη δημοκρατικό τρόπο μέσα σε λίγες μέρες. Τελικά, ο εμφύλιος κράτησε είκοσι χρόνια και είχε ανυπολόγιστο ανθρώπινο, κοινωνικό, οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος. Μια σχετικά πλούσια και πολιτισμένη χώρα της Μέσης Ανατολής έγινε ερείπια. Θέλουμε κάτι τέτοιο; 

Ακολουθεί το χαοτικό. Χαοτικός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η σύγχρονη οικονομία και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Δεν υπάρχει λόγος να δυσανασχετούμε πολύ. Όσες κοινωνίες προσπάθησαν να επιβάλλουν βεβαιότητες, όχι μόνο απέτυχαν αλλά βυθίστηκαν και σε επικίνδυνες καταστάσεις. Οι πρωτόγονοι δεν είχαν το άγχος της ανεργίας αλλά είχαν άλλου τύπου αβεβαιότητα. Έπρεπε να παλέψουν με την πείνα, τις αρρώστιες και τα άγρια θηρία για να ζήσουν είκοσι -τριάντα χρόνια. Ούτε οι Σπαρτιάτες είχαν ανεργία. Οι Σπαρτιάτες είχαν ίσους κλήρους, λάτρευαν την τάξη και μισούσαν το χάος αλλά ήταν υποχρεωμένοι να τρέφονται με το μέλανα ζωμό. Επίσης, η τάξη δεν αφορούσε όλους: οι μη πρωτότοκοι γιοι, οι Περίοικοι και οι Είλωτες, για να μην αναφέρουμε τους ανάπηρους, σίγουρα διαφωνούσαν με τις βεβαιότητες των Όμοιων, αν και δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι. Ούτε οι σύγχρονες κοινωνίες εξαιρούνται. Τα κομμουνιστικά καθεστώτα δεν είχαν ανεργία, ούτε άστεγους, είχαν όμως άλλες μορφές αβεβαιότητας, στρατόπεδα συγκέντρωσης, μη διαχειρίσιμα πυρηνικά ατυχήματα κα. Από το χαοτικό δεν ξέρουμε τι θα προκύψει, ξέρουμε πάντως ότι θα υπάρχουν πολλές εναλλακτικές επιλογές, άλλες καλύτερες, άλλες χειρότερες, και μια διαρκής ζύμωση. 

Τέλος, υπάρχει και το τυχαίο. Κανείς δεν ξέρει, πραγματικά, ποια είναι η ιδανική λύση για μια χώρα χρεοκοπημένη, όπου η κλιμάκωση των κοινωνικών εντάσεων γίνεται πολύ ευκολότερα από αλλού. Ούτε ποια είναι η επικρατέστερη λύση, αφού κανένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη, ούτε έχει ρεαλιστικό σχέδιο. Μπορεί τα πράγματα να πάρουν είτε τη μία ή την άλλη τροπή. Ούτε και εδώ μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για πολλά αλλά μπορούμε να κάνουμε κάτι. Ξεκινώντας, πάλι, αντίστροφα. Ξέρουμε σίγουρα ποιες είναι οι επικίνδυνες πρακτικές και συμπεριφορές που πρέπει να αποφευχθούν πάση θυσία γιατί μπορεί να οδηγήσουν, δυνητικά, σε ιστορικά πισωγυρίσματα, σε νέους εμφύλιους και χούντες. Επίσης, καταλαβαίνουμε τη διαφορά ανάμεσα σε ένα πραγματικά ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, όπως πχ αυτοί της Γερμανίας, των ΗΠΑ ή της Ελβετίας, και σε ένα παραπλανητικά ισοσκελισμένο προϋπολογισμό με ευφάνταστη και ιδιαίτερα υψηλή φορολογία, ακόμη και όταν δεν παράγεται εισόδημα.

Υπάρχουν, όμως, και βήματα, στα οποία συμφωνούν οι περισσότεροι, ανεξαρτήτως ιδεολογίας -πλην των οργανωμένων συμφερόντων.

- Υπάρχει, πάντα, ο κοινός νους. Κάθε σύστημα έχει τις ατέλειές του και το ελληνικό έχει λίγο περισσότερες. Ο καθένας καταλαβαίνει τι πρέπει να γίνει με τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τους επίορκους και όσους διορίστηκαν με πλαστά πτυχία στο Δημόσιο, τους ανάπηρους -μαϊμού, τους συνταξιούχους ετών 50, τους δανειολήπτες πέρα από κάθε όριο λογικής και καλής πίστης, τους ΔΥ που δεν έχουν αντικείμενο εργασίας. Οι μόνοι που κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν είναι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και όσοι προσδοκούν την ψήφο τους. Επιπρόσθετα, ο καθένας μπορεί να αξιολογήσει τις βεβιασμένες δεσμεύσεις του πολιτικού συστήματος απέναντι στην κοινωνία πχ ότι οι κρατικές πολεμικές βιομηχανίες θα γίνουν σε χρόνο μηδέν πλεονασματικές ή πόση αξία θα έχουν άλλες δεσμεύσεις που θα ακούσουμε στο μέλλον. Κανείς δεν παρασύρεται. Χρειάζεται πολλή προσοχή και αποφασιστικές κινήσεις από το πολιτικό σύστημα, ξεκινώντας από τα απλά. Σταδιακά, θα ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών και τα επόμενα βήματα θα φαίνονται πολύ καθαρότερα και θα υλοποιούνται με λιγότερες αντιδράσεις.

- Χρειάζεται απλοποίηση. Δεν υπάρχει κανείς απολύτως λόγος για τόσο περίπλοκη νομοθεσία, φορολογικό σύστημα, μηχανοργάνωση (όπου υπάρχει) ή διαδικασίες χωρικού ή αναπτυξιακού σχεδιασμού. Οι νόμοι, οι κανονισμοί, οι προδιαγραφές, η κωδικοποίηση υπάρχουν για να περιορίζουν την αβεβαιότητα σε λογικά πλαίσια. Όταν υπάρχουν πολλές παρεκκλίσεις, πολλές εξαιρέσεις, πολλές άδειες ή ημιτελής νομοθεσία (νόμοι χωρίς εκτελεστικές αποφάσεις) η αβεβαιότητα μεγαλώνει, αφού καθένας μπορεί να ισχυριστεί ό,τι τον συμφέρει καλύτερα. Εννοείται ότι η δημόσια τάξη πρέπει να προστατεύεται και η δικαιοσύνη να απονέμεται χωρίς διακρίσεις. Αντίθετες πρακτικές αυξάνουν τους επενδυτικούς και επαγγελματικούς κινδύνους, όχι μόνο για τα κάθε τύπου αμοιβαία κεφάλαια αλλά και για τον κάθε μικροεπιχειρηματία που εμποδίζεται να δραστηριοποιηθεί, ακόμη και τον κάθε ΔΥ που προσπαθεί να κάνει σωστά τη δουλειά του.

-Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για γενικούς πειραματισμούς. Οι πειραματισμοί αυξάνουν τους κινδύνους. Σε καλές εποχές αυτό μπορούσε να είναι καλό, να προκαλούσε καταιγιστικές θετικές εξελίξεις (θετικούς Μαύρους Κύκνους, αν προτιμήσουμε την ορολογία του Τάλεμπ). Σήμερα, δύσκολα θα προκύψει κάτι καλό, ούτε και οι σχετικές προτάσεις (πχ. τα αλήστου μνήμης δάνεια από τη Ρωσία ή την Κίνα) εμπνέουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Υπάρχει, όμως, πολύς χώρος για ειδικούς πειραματισμούς, αρκεί να υλοποιηθούν προσεκτικά. Ενδεικτικά, σε ένα μέρος του παλιού αεροδρομίου του Ελληνικού μπορεί να γίνει προσπάθεια για ένα νέο Canary Wharf ή Hafen City, προσανατολισμένα σε εταιρείες οικονομικών κλάδων που δεν πολυχρειάζονται το ελληνικό κράτος, πχ οι μεταφορές ή το διεθνές εμπόριο ή οι ΤΠΕ. Ή σε μία χερσαία ζώνη στην Κρήτη, μπορεί να γίνει προσπάθεια για ένα "οικοσύστημα" εταιρειών, που να στοχεύει, όμως, σε "καθετοποιημένη" παραγωγή -σε συνδυασμό, ίσως, και με κάποιο διεθνές πανεπιστήμιο -με μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές -προσανατολισμένο σε τεχνολογίες αιχμής. Αντίστοιχα, υποβαθμισμένες περιοχές των μεγάλων πόλεων μπορούν να στραφούν στον πολιτισμό ή την τέχνη, περιλαμβανομένης της ελευθεριακής κουλτούρας. Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι πρωτότυπο, σε άλλες χώρες τέτοιες πρωτοβουλίες ή έργα υλοποιούνται διαρκώς. Κάποια από αυτά, βέβαια, χρειάζονται την ενεργό συμμετοχή του παγκόσμιου κεφαλαίου και ένα σημαντικό μέρος του οφέλους θα πηγαίνει σε αυτό. Ό,τι μένει στην Ελλάδα σε κέρδη, εισοδήματα, θέσεις απασχόλησης, τεχνογνωσία, παραγωγικές δομές είναι εξίσου σημαντικό. Όσο, πάντως, οι επενδυτικοί κίνδυνοι είναι υψηλοί στη χώρα, οι σοβαροί επενδυτές θα στρέφονται κατά κανόνα αλλού και σε μας θα αυτοσυστήνονται οι τυχάρπαστοι. Άλλες πάλι πρωτοβουλίες μπορούν να τα αναλάβουν οι τοπικές κοινότητες -αλλά οι ίδιες, χωρίς διαμεσολαβητές/ παράγοντες. Πουθενά δεν είναι απαραίτητο το κράτος να έχει κεντρικό ρόλο. Το κοινωνικό και οικονομικό όφελος από τη διασπορά ιδεών, προϊόντων και πρακτικών αυτών των ιδιότυπων "κολλεκτίβων" μπορεί μακροπρόθεσμα να είναι τεράστιο.

-Υπάρχει ένας αχαρτογράφητος χώρος της ελληνικής κοινωνίας, ο Ενδιάμεσος Χώρος. Ο Weber, ο Fukuyiama και ο Landes έχουν μιλήσει για τη σημασία του Ενδιάμεσου Χώρου στην οικονομική ανάπτυξη και ιδίως τη βιομηχανία, εδώ ας μιλήσουμε για την εκπαίδευση μιας κοινωνίας στην αβεβαιότητα. Στο ένα άκρο, σε κάθε χώρα, βρίσκεται η οικογένεια και το σόι: εδώ όλοι γίνονται αποδεκτοί όπως είναι, ανίκανοι, τεμπέληδες, αντικοινωνικοί μπορούν κάλλιστα να θρέφονται σε βάρος των άλλων μελών της οικογένειας. Η αβεβαιότητα είναι πολύ μικρή -και οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ομάδας ετεροβαρείς. Στο άλλο άκρο υπάρχει το Κράτος: απρόσωπο, θεσμικό, δυσκίνητο. Η αβεβαιότητα είναι πολύ μεγάλη. Και υπάρχει ο Ενδιάμεσος Χώρος: μια πληθώρα οργανώσεων, κοινωνικών, ανθρωπιστικών, επαγγελματικών, που προάγουν το δεσμούς και την εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη τους, διευκολύνοντας τη συνεργασία, τη σύμπραξη, την ισότητα στον κοινωνικό χώρο, σε μη οικογενειακή ή τοπικιστική βάση. Εδώ το χαοτικό μετατρέπεται σε τυχαίο χωρίς βλάβη του γενικού συμφέροντος. Στην Ελλάδα ο Ενδιάμεσος Χώρος κυριαρχείται από τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα, τα οποία είναι μεν, ως θεσμοί, αναντικατάστατα αλλά οι ευδιάκριτες πατερναλιστικές τους δομές προκαλούν μια μονομέρεια: ο αντικειμενικός τους σκοπός -δηλαδή η κοινωνική δύναμη και διαπραγμάτευση- δεν εξισορροπείται από τη δράση άλλων μη ανταγωνιστικών οργανώσεων, με αποτέλεσμα η επιθετικότητα στην πολιτική ή τον κοινωνικό χώρο να μη βρίσκει πουθενά σοβαρές αντιστάσεις. Εδώ ας ξεκαθαρίσουμε ότι οι οργανώσεις του Ενδιάμεσου Χώρου που συνεισφέρουν αποτελεσματικά στη μείωση της αβεβαιότητας και την άμβλυνση της επιθετικότητας των οργανωμένων συμφερόντων ή παραγωγικών τάξεων είναι γενικά λίγες, διεθνείς, προέρχονται εξ Εσπερίας -αφού εκεί οι κοινωνίες γνώρισαν τα προβλήματα της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης πολύ πριν από εδώ -και είναι, δυστυχώς, αριθμητικά ισχνές στην Ελλάδα, όπως πχ το WWF, το Action Aid ή το Ρόταρυ. Οι μικρές εθελοντικές οργανώσεις, είτε ασχολούνται με το περιβάλλον είτε με τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, δραστηριοποιούνται για λίγο καιρό, έχοντας λίγα μέλη γύρω από ένα μόνιμο αρχηγό και λίγους πόρους, είναι ασφαλώς αξιέπαινες από κοινωνική σκοπιά αλλά συνήθως διαλύονται μόλις αποχωρήσει ο αρχηγός. Δε λειτουργούν αρκετό χρονικό διάστημα ώστε να δημιουργείται και να διαχέεται εμπιστοσύνη στη μεσαία κλίμακα της κοινωνίας.

Από 'κει και έπειτα, πολλές λύσεις μπορούν να προταθούν ανάλογα με την ιδεολογία, την οπτική ή τις αξίες του καθενός και η κοινωνία θα αποφασίσει. Γι' αυτό, άλλωστε, γίνονται οι εκλογές. Ασφαλώς, κάθε πολιτική ή επιχειρηματική εξέλιξη των τελευταίων ετών έχει και φιλοσοφικές προεκτάσεις, κατάλληλες για τη συζήτηση στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, προσεχώς. Ποιος το 'λεγε πριν λίγα χρόνια ότι η Ελλάδα θα άλλαζε τόσο; Ότι οι κατέχοντες τεράστια κοινωνική δύναμη, τα άλλοτε κοινωνικά πρότυπα, θα κατέληγαν στο περιθώριο, με έντονα οικονομικά, ακόμη και προσωπικά προβλήματα; Ότι οι ξένες γλώσσες και η ψηφιακή εγγραμματοσύνη θα εξασφαλίζουν εισοδήματα -και όχι τα μεταπτυχιακά; Ότι άνθρωποι που βρίσκονταν στο προθάλαμο -ή εντός -του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ, είναι ή θα βρεθούν προσεχώς στη δίνη των πιο αβέβαιων περιοχών του ιδιωτικού τομέα; Ότι η επιχειρηματικότητα -η πραγματική, όχι η επιδοτούμενη ούτε η προστατευόμενη σε κλειστές αγορές -κρύβει τελικά λιγότερα ρίσκα από όσα νομίζαμε; Αλλά αυτά δεν αφορούν το Σχεδιασμό, ούτε την πολιτική. Η πολιτική και ο σχεδιασμός οφείλουν να βασίζονται στην ανάλυση των γεγονότων, με λίγες αξιολογικές κρίσεις.

Νιώθω το ερώτημα να έρχεται καταιγιστικό: γιατί οι Τυχεροί να παραιτηθούν από τα προνόμιά τους; Γιατί να μην αγωνιστούν, όπως ορκίζονται, άλλωστε, ότι θα κάνουν, "μέχρις εσχάτων"; Για δύο λόγους. Αφενός μεν επειδή φυλλορροούν αριθμητικά. Είδαμε ότι οι μετακινήσεις από την πρώτη κατηγορία στις άλλες δύο συνεχίζονται και θα συνεχίζονται, με πολλούς τρόπους. Πρώτα οι κλειστές αγορές, μετά το Δημόσιο, σιγά -σιγά και τα πιο κλειστά κυκλώματα βιώνουν ή θα βιώσουν τις επιπτώσεις της κρίσης. Φανταστείτε πχ ΔΥ που να παίρνουν μισθό εκατό ευρώ ή να απολυθούν, χωρίς κανένα σχεδιασμό ή δίχτυ προστασίας και να πρέπει να επιβιώσουν, για πρώτη φορά στη ζωή τους, απροστάτευτοι σε ένα χαοτικό ή επικίνδυνο οικονομικό περιβάλλον. Ή συνταξιούχους πολιτικούς, έστω και νέους σε ηλικία, που να υποχρεωθούν να βρουν μια κανονική δουλειά, για πρώτη φορά στη ζωή τους κι αυτοί. Μπορεί να είναι κάποιος Τυχερός μόνο αν υπάρχουν Άτυχοι με αρκετά χρήματα για να τον πληρώνουν. Αυτό είναι το βασικό τους πρόβλημα. Δεν είναι τόσο η κοινωνία εναντίον των Τυχερών, είναι πρωτίστως η αντικειμενική πραγματικότητα. Στο τέλος δε θα απομείνει κανείς σε αυτή την κατηγορία. Εκτός κι αν μας προλάβουν απροσδόκητες, δυσάρεστες για τη χώρα εξελίξεις.

Αφετέρου δε επειδή αν οι Τυχεροί θέλουν να περισώσουν μέρος από τα προνόμια τους, θα πρέπει να παραιτηθούν οικειοθελώς από άλλα -ενδεχομένως, "αδειάζοντας" και κάποιες από τις κάστες τους. Τα θετικά παραδείγματα από την Ιστορία είναι άφθονα. Στην Αγγλία η Βουλή των Ομότιμων διατηρείται χωρίς εξουσίες, αντίθετα, στη Γαλλία το αντίστοιχο σώμα αντιδρούσε και καταργήθηκε τελικά. Στις ΗΠΑ, οι βασικοί μέτοχοι μιας επιτυχημένης επιχείρησης παραιτούνται σταδιακά από τη διοίκηση της εταιρείας μέσω του Χρηματιστηρίου και προς όφελος των διευθυντών τους. Αντίστοιχα, τις υπουργικές θέσεις τις μοιράζονται πάντα τα δύο κόμματα (64-18), αναλόγως του ποιο κερδίζει τις προεδρικές εκλογές. Δεν νομίζω να ήταν εύκολες αποφάσεις για όσους είχαν τα προνόμια αρχικά, ήταν πάντως διορατικές. Οι κοινωνίες, οι επιχειρήσεις αλλά και τα επιμέρους συμφέροντα κερδίζουν από την αποσόβηση κινδύνων, όπως οι συγκρούσεις ή ο καιροσκοπισμός ή η αδιαφορία των πολιτών.

Οποιοσδήποτε από τους Αδιάφορους -είτε μένει σε ακριβές, ωραία ρυμοτομημένες συνοικίες, είτε κοιμάται στο παγκάκι, παρόλο που κάποτε θα είχε και αυτός κάποιο σπίτι -θα μπορούσε να εξηγήσει, αν ήθελε να κάνει τον κόπο, στις διάφορες κάστες πόσο επισφαλής είναι η θέση τους. Αλλά οι Τυχεροί, εκτός από τις άλλες βεβαιότητες/ ψευδαισθήσεις που καλλιεργούν, κρίνοντας από τη σφοδρότητα των αντιδράσεων, ήδη από το 2010, έχουν ακόμη μία: θεωρούν πως δεν έχουν να μάθουν κάτι από τους άλλους.

Ίσως, λοιπόν, είναι πιο ασφαλές να στραφούμε πάλι στην Ιστορία, τη δική μας Ιστορία. Η Ιστορία υποδεικνύει τι συμβαίνει όταν κλιμακώνονται ανεξέλεγκτα οι αντιδράσεις μιας απελπισμένης κοινωνίας σε βάρος μιας ανώτερης κλειστής κάστας. Είμαι σίγουρος ότι, εκ των υστέρων, τα αθηναϊκά τζάκια των αρχών του 20ου αιώνα μετάνιωσαν για το νεποτισμό και την ανελέητη φορολογία των νεόπτωχων πολιτών, επί δώδεκα χρόνια, που οδήγησε το κίνημα το 1909 αλλά ήταν αργά. Το momentum χάθηκε υπέρ του Βενιζέλου, ο οποίος πιστώθηκε -και δικαίως - τις μετέπειτα ιστορικές επιτυχίες. Τα τζάκια έμειναν με ένα κενό μίσος και ένα βαθύ σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στο νέο ηγέτη. Έστειλαν, αργότερα, τον ελληνικό στρατό μέχρι την Άγκυρα για να υπογραμμίσουν στο έθνος και τη δική τους αξία αλλά τελικά έριξαν τη χώρα στις ξέρες. Τα ονόματά τους υπάρχουν πια μόνο στα σχολικά βιβλία και σπάνια αναφέρονται θετικά. Μετά το 1936, ξεκίνησε η παλινόρθωση κάθε αναχρονιστικού στοιχείου της πολιτικής και της οικονομίας της χώρας που έληξε με πάταγο κατά τη Μεταπολίτευση. Οι περισσότεροι έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους με το στίγμα του μη δημοκρατικού, αντικοινωνικού ιδιώτη. Όταν τα μεσαία στρώματα ριζοσπαστικοποιούνται ανοίγουν οι πύλες της Κολάσεως: τίποτε δεν είναι σίγουρο, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά, τόσο τα καλύτερα, όσο και τα χειρότερα. Φυσικά, η Ελλάδα του 2013 απολαμβάνει μια ευρωπαϊκή κανονικότητα και είναι, ευτυχώς, εξαιρετικά απίθανα ακραία και απροσδόκητα ενδεχόμενα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι οι μυωπικές ανώτερες κάστες καταρρέουν πιο εύκολα και πολύ πιο θεαματικά από όσο φαντάζονται οι ίδιες. Η όποια περιχαράκωση, όσο επιτυχημένη και αν είναι, δε τις βοηθά καθόλου στο τέλος.

Είμαστε πολύ τυχεροί (με μικρό ταυ, γιατί μιλώ για όλους μας) που χρεοκοπήσαμε συντεταγμένα και όχι άτακτα. Αλλά και πολύ άτυχοι που δεν αλλάξαμε εγκαίρως τις κλειστές πολιτικές/ κομματικές/ συνδικαλιστικές κάστες -χωρίς να εξαιρούνται οι συνδικαλιστές των εργοδοτών -και τώρα τις βρίσκουμε διαρκώς μπροστά μας. Η ανικανότητα των πολιτικών κομμάτων να διαχειριστούν την αβεβαιότητα που προέκυψε από την κρίση έχει ήδη οδηγήσει σε μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό αδιέξοδο την ελληνική οικονομία -και σε αναδιάταξη δυνάμεων στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος, πράγμα που φυσικά δεν αγγίζει άμεσα εμάς τους πολίτες, όσο αγγίζει τους ίδιους του πολιτικούς. Απομένει να φανεί αν θα είναι τόσο το κακό.


Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Μια χώρα στο μεταίχμιο


Γιατί είναι τόσο σημαντικές οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα του 2013; Μήπως είμαστε σχολαστικοί όσοι δε μας αρκεί απλώς μια αλλαγή αλλά θέλουμε να γίνει και σωστά; Μήπως είμαστε υπερβολικοί που θέλουμε ταυτόχρονα οικονομικό και θεσμικό εκσυγχρονισμό; Τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία αρνείται πεισματικά να αλλάξει υπόδειγμα; Ή, όταν αλλάζει υπόδειγμα μόνο κατ' επίφαση;

Γιατί να μην καμουφλάρουμε το σημερινό σύστημα, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί; Γιατί χρειάζεται να υλοποιηθούν δομικές αλλαγές και δεν αρκούν μερικά "μερεμέτια", έτσι "για τα μάτια του κόσμου";.. Γιατί χρειαζόμαστε opengov -ή, τέλος πάντων, κάτι αντικειμενικό -αντί για συντοπίτες του εκάστοτε πρωθυπουργού, ενιαία αρχή για τους δημόσιους διαγωνισμούς, επιχειρήσεις που μπορούν να σταθούν στο διεθνή ανταγωνισμό και άλλα πολλά γνωστά και χιλιοειπωμένα;

Γιατί να μη δοκιμάσουμε κάτι εναλλακτικό; Πχ το σύστημα της Κούβας ή το δρόμο της Αργεντινής ή τον Δ΄Ελληνικό Πολιτισμό -ο Γ΄ ήταν του Μεταξά; Γιατί να μη στοχεύσουμε σε κάτι "μεγαλειώδες", όπως πχ η ήττα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού ή καπιταλισμού ή ένας θαυμαστός νέος κόσμος χωρίς μετανάστες και Εβραίους -και ποιος ξέρει ποιους άλλους;

Καθώς η χώρα τείνει να ισορροπήσει, η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι σημαντική, αν θέλουμε στη χώρα θεσμικές και οικονομικές αλλαγές που θα πείσουν και θα υποστηριχτούν από σημαντικό μέρος της κοινωνίας. Όχι από όλους, βέβαια, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά από πολλούς. Είναι σημαντικό ο εκσυγχρονισμός να στηρίζεται σε ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες, προκειμένου να είναι μακράς πνοής και όχι υπόθεση ενός ή λίγων πολιτικών προσώπων.

Η Ελλάδα του 2013 φαίνεται πεπεισμένη ότι το υπόδειγμα των προηγούμενων δεκαετιών -βασισμένο στο κράτος για προσλήψεις, επιδοτήσεις και δανεισμό -δε λειτουργεί πλέον. Παρόλα αυτά διστάζει να υιοθετήσει κάποιο νέο υπόδειγμα, ή έστω μία, επιμέρους, καινοτομία. Εκτός από τα αίτια αυτής της στάσης, τα οποία έχουν αναλυθεί ικανοποιητικά στην εποχή της κρίσης, μεγάλη σημασία έχουν και οι δυνητικές μακροπρόθεσμες -τις βραχυπρόθεσμες, τις βιώνουμε καθημερινά -επιπτώσεις αυτού του δισταγμού. 

Προκειμένου να χαρτογραφήσουμε τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την έλλειψη ή την ατελή εφαρμογή του εκσυγχρονισμού, ας στραφούμε στην Ιστορία, σε μια δεκαετία σημαδιακή. Το 1910 στον κόσμο υπήρχαν έξι αυτοκράτορες: στη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Ρωσία, την Κίνα, την Αυστρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το 1920 επιβίωναν μόνο δύο, ο Βρετανός και ο Ιάπωνας μονάρχης. Η προφανής εξήγηση είναι ο Α  Παγκόσμιος Πόλεμος διέλυσε τα πάντα (αν και όχι στην περίπτωση της Κίνας) και βύθισε δυναστείες αιώνων. Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένα αιματηρό και οδυνηρό επεισόδιο (όχι αναγκαίο, φυσικά) μιας μακράς και εξελικτικής διαδικασίας εκσυγχρονισμού του δυτικού κόσμου, η οποία, κατά περιόδους και κατά τόπους, πηγαίνει πολύ στραβά. Αυτή η διαδικασία εκσυγχρονισμού άρχισε πολύ πριν τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και όποια χώρα απέτυχε να προσαρμοστεί εγκαίρως το πλήρωσε, νωρίτερα ή αργότερα. Σε αντίθεση με τις κοινωνίες του 18ου αιώνα, σήμερα γνωρίζουμε καλύτερα τα οφέλη αλλά και τα όρια του εκσυγχρονισμού. 

Η πρώτη βιομηχανική επανάσταση έφερε το εργοστασιακό σύστημα, την ατμομηχανή και το σιδηρόδρομο, τις ομόρρυθμες εταιρίες, τις τεχνικές σχολές, το πάντρεμα της οικονομίας και της επιστήμης. Η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση έδωσε τη βιομηχανική καινοτομία, τη μαζική παραγωγή και την τυποποίηση, τη μηχανή εσωτερικής καύσης και τον ηλεκτρισμό, τις ανώνυμες εταιρίες, την καθετοποίηση, τους ουρανοξύστες και την πολεοδομία, το μάνατζμεντ και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τη μαζική σχολική εκπαίδευση, τα ερευνητικά κέντρα υψηλού κύρους και χωρίς υποχρεώσεις διδασκαλίας. Οι χώρες που προκάλεσαν ή αφομοίωσαν πρώτες την πρώτη βιομηχανική επανάσταση (ΗΒ, Γαλλία, Βέλγιο), ήταν άλλες από αυτές που προκάλεσαν τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση (ΗΠΑ, Γερμανία και, αργότερα, Ιαπωνία). 

Επίσης, η πρώτη ομάδα κατάφερε να αφομοιώσει πλήρως τις αλλαγές που επέφερε η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση μόνο μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο  Το γεγονός αυτό το πλήρωσαν με δεινές ήττες στους παγκόσμιους πολέμους και με μαζική ανεργία, κατά περιόδους. Επίσης, υιοθέτησαν μια δυσπιστία για τους νεόπλουτους της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης και τις μεθόδους τους, η οποία δυσπιστία διατηρείται, εν μέρει, ως σήμερα. Δε φαίνεται τόσο στον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι εμφανής, όμως, στην κουλτούρα. Κατά τη γνώμη του "παλαιού χρήματος", στις ιστορικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, πριν από ένα αιώνα, οι νεόπλουτοι στις αμερικανικές, γερμανικές και ιαπωνικές μητροπόλεις έκαναν πράγματα αντίθετα στις κατεστημένες αξίες: δούλευαν τα ΣΚ, αντί να κάνουν σπορ ή να χαρτοπαίζουν, διαφήμιζαν τα προϊόντα τους, ακόμη και στα λαϊκά στρώματα, έγραφαν τα εγχειρίδια χρήσης στη γλώσσα των χωρών που τα εξήγαγαν, αντί να περιμένουν από τους ξένους να μάθουν τη δική τους γλώσσα. Σταδιακά, οι νέες αγορές κατακτήθηκαν από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και -στην Άπω Ανατολή μόνο -την Ιαπωνία. Επίσης, οι Αμερικανοί και οι Γερμανοί έδειξαν ενδιαφέρον και για νέα πράγματα, όπως ο σωστός σχεδιασμός του χώρου, ιδίως στις υποδομές και τη χωροθέτηση των επιχειρήσεων. Το οδυνηρό συμπέρασμα για τους Βρετανούς και τους Γάλλους ήταν ότι η εμμονή στο παλιό υπόδειγμα, όταν ο κόσμος αλλάζει, κοστίζει χρήμα.

Ό,τι ήταν οι δύο βιομηχανικές επαναστάσεις στο χώρο της οικονομίας, ήταν η Γαλλική Επανάσταση στο χώρο της πολιτικής. Μέχρι τότε η πρόοδος των ευρωπαϊκών χωρών (διάκριση εξουσιών, ατομικές ελευθερίες κλπ), στους τόπους και στο βαθμό που υπήρχε, ήταν προϊόν ανοιχτόμυαλων αρχουσών τάξεων ή κάποιων φωτισμένων μυαλών. Από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, η κοινωνία απαιτούσε αλλαγές. Το βασικό σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης άλλαζε πλήρως όσα ήθελε μια κοινωνία από τους ηγέτες της: ελευθερία -ισότητα -αδελφότητα. Η ελευθερία δεν τελείωνε στην πολιτική, επεκτείνονταν και στην οικονομία. Η ισότητα δεν αφορούσε μόνο την ισονομία και την ισοπολιτεία, αφορούσε και την αξιοκρατία -προνόμια λόγω καταγωγής δεν ήταν πλέον καθόλου αυτονόητα, όσον αφορά τις δημόσιες θέσεις, την είσοδο στα πανεπιστήμια κλπ. Η αδελφότητα σήμαινε μια υπέρβαση των χωρικών, ταξικών και εθνικών φραγμών, από τους πολίτες, υπό την επιρροή των νέων, κοσμικών ιδεών.

Όπου τα παλαιά καθεστώτα ήταν αντιδραστικά ή η αστική τάξη ολιγωρούσε, η κοινωνία απαιτούσε ακόμη πιο επιτακτικά αλλαγές, ακόμη και με τη βία. Μέχρι που νικούσε η μία από τις δύο παρατάξεις. Ως τον επόμενο γύρο διαμάχης, φυσικά. Ωσότου τελικά να γίνει ένας αργός -και ατελής, σε κάποιες χώρες -εκδημοκρατισμός. Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα είναι ότι η εμμονή στο παλιό υπόδειγμα κοστίζει χρόνο -περιλαμβανομένων όλων των ευκαιριών που χάνονται στην οικονομία και την ανάπτυξη. Και, όπως έλεγε ο Ναπολέων, ο άνθρωπος που έκανε πράξη και διαφήμιση σε όλη την Ευρώπη πολλά από τα αιτήματα της Γαλλικής Επανάστασης, "οι χαμένες αυτοκρατορίες ξανακερδίζονται, ο χαμένος χρόνος ποτέ".

Μια σύνθετη εξελικτική διαδικασία είναι πάντα δύσκολη για όλους. Μερικοί από τους "κινητήρες" της Β΄ βιομηχανικής επανάστασης άργησαν πολύ να αφομοιώσουν τις πολιτικές αλλαγές και τα πρότυπα της Γαλλικής Επανάστασης. Οι Γερμανοί πρώτα ηττήθηκαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά απέκτησαν κυβέρνηση υπόλογη στο Κοινοβούλιο, αντί στον αυτοκράτορα -μόλις τον Οκτώβρη του 1918 και κατ' απαίτηση των νικητών του πολέμου. Οι Ιάπωνες, ακόμη πιο αργά, τη δεκαετία του 1950... Για λόγους σύγκρισης, στην Ελλάδα η "αρχή της δεδηλωμένης" ισχύει από το 1875. Το πόσο κόστισε στις δύο χώρες η απουσία κάθε ελέγχου στις κυβερνήσεις τους, είναι  πολύ γνωστό.

Εκτός από τις δύο ομάδες χωρών που προαναφέρθηκαν, υπήρξε και μια τρίτη: οι αυτοκρατορίες που αρνήθηκαν ή απέτυχαν να υιοθετήσουν, πρακτικά, τις αλλαγές οποιασδήποτε από τις επαναστάσεις που μιλήσαμε. Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι αυτοκρατορίες που δοκιμάστηκαν σκληρά κατά τη δεκαετία του 1910. Ας μείνουμε στην πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση: τη Ρωσία. Τόσοι συμπατριώτες μας τη θαυμάζουν, από τη Δεξιά και την Αριστερά, όποτε αξίζει τον κόπο να τη δούμε αναλυτικά.

Σε ολόκληρο το 19ο αιώνα, η Ρωσία περιλαμβάνονταν στις Μεγάλες Δυνάμεις, από τον τύπο της εποχής. Υπήρχε η εντύπωση -σωστή ως επί το πλείστο αλλά όχι εντελώς -ότι εκείνη κατανίκησε τη Μεγάλη Στρατιά της Γαλλίας και, γενικότερα, ο δημογραφικός όγκος ήταν τέτοιος που εντυπωσίαζε όλους τους ξένους παρατηρητές. Και όμως... Η Ρωσία αρνήθηκε να υιοθετήσει τις καινοτομίες του 19ου αιώνα στην πολιτική, την οικονομία και την επιστήμη, στις καλές περιόδους, και το πλήρωσε ακριβά. Ήττα στην Κριμαία από την Αγγλία και τη Γαλλία, ήττα στην Άπω Ανατολή από τη "νέα" (στο διεθνή χώρο) Ιαπωνία, ήττες από τους Γερμανούς στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο  Κάθε καταστροφή έδινε μια μικρή ώθηση, τουλάχιστον στους θεσμούς. Μετά την Κριμαία, καταργήθηκε η δουλοπαροικία, μετά το ρωσοϊαπωνικό πόλεμο, συγκροτήθηκε η Δούμα. Και τι γινόταν μετά; Αντί να συζητούν για το μέλλον, οι Ρώσοι συζητούσαν για το παρελθόν. Καλώς έγινε η αλλαγή ή κακώς; Πρέπει να υπάρχουν δουλοπάροικοι σε μια κοινωνία; Πρέπει να υπάρχει Κοινοβούλιο; Μήπως ήρθε το τέλος της Μητέρας Ρωσίας; Αυτό συνεχίζονταν μέχρι την επόμενη καταστροφή, η οποία δεν αργούσε πολύ. Επομένως, αν και το νέο υπόδειγμα πρέπει να κρίνεται, δεν μπορεί η κριτική να γίνεται με όρους μιας διαρκούς και ανεδαφικής νοσταλγίας για το παλιό υπόδειγμα. Για λόγους σύγκρισης, τέτοια διλήμματα δεν είχαν λαοί σε πολύ χειρότερη μοίρα. Το Σύνταγμα της Α΄ Εθνοσυνέλευσης όριζε ρητά ότι όποιος γεννιέται ή βρίσκεται στην Ελλάδα, είναι ελεύθερος.

Στην ανάπτυξη τα πράγματα ήταν, επίσης άσχημα. Η ρωσική αριστοκρατία ήταν πολύ απασχολημένη με το να μοιράζεται τις κρατικές θέσεις και προσόδους και ζει έντονους ή σκανδαλώδεις έρωτες -το πολύ αγαπημένο "Πόλεμος και Ειρήνη" δίνει μια καλή εικόνα για τις έγνοιες της άρχουσας τάξης της εποχής. Το εμπόριο ήταν για τους "παρείσακτους" ( πχ τους Εβραίους ή τους Έλληνες) και τους κοινωνικά υποδεέστερους (πχ τους επιστάτες των κτημάτων). Όλοι αυτοί, όμως, ζητούσαν περισσότερο τη δική τους συμμετοχή στις προσόδους παρά ένα σύγχρονο κράτος και μια βιομηχανική κοινωνία. Η βιομηχανία απασχολούσε μόνο τους ξένους όπως πχ την οικογένεια Νομπέλ, από τη Σουηδία, οι οποίοι πειραματίζονταν με επικίνδυνα πράγματα, όπως η νιτρογλυκερίνη, ή κάποιους Γάλλους επιχειρηματίες, οι οποίοι ακολούθησαν τις οδηγίες της γαλλικής κυβέρνησης που ήθελε αντίβαρο στην ενδυνάμωση της Γερμανίας. Οι επιστήμες και οι τέχνες έμοιαζαν με χόμπι πλουσίων. Στα τέλη του 19ου αι. η Ρωσία έδωσε προσωπικότητες πρώτου μεγέθους στη χημεία, την αεροναυπηγική, τη μουσική, το μυθιστόρημα. Παρόλα αυτά, δε στήθηκε μια ανταγωνιστική βιομηχανία -βασισμένη σε Ρώσους -σε κανένα κλάδο. Ατυχέστατο. Κάθε νέο υπόδειγμα, για να λειτουργήσει αποτελεσματικά, απαιτεί την ενεργό συμμετοχή των εγχώριων παραγωγικών τάξεων, δεν επιβάλλεται "απ 'έξω".

Η κατάσταση άλλαξε ριζικά μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ανάμεσα στο δίλημμα "διάλυση ή κομμουνισμός" που τέθηκε επιτακτικά, όταν οι απανωτές στρατιωτικές αποτυχίες έκαναν σαφές στους Ρώσους ότι οι αστοί δεν τα κατάφερναν καλύτερα από τους αριστοκράτες στο χτίσιμο μιας βιομηχανικής κοινωνίας, η απάντηση που δόθηκε -με εμφύλιο πόλεμο, όχι με εκλογές -ήταν "κομμουνισμός". Και, πράγματι, οι κομμουνιστές απέρριψαν τις πολιτικά ενοχλητικές ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης για την αστική δημοκρατία και τα δικαιώματα του ανθρώπου αλλά προχώρησαν σε αφομοίωση των διδαγμάτων των δύο βιομηχανικών επαναστάσεων στην οικονομία, στηριζόμενοι αποκλειστικά στον κεντρικό σχεδιασμό -τα περίφημα "πενταετή σχέδια". Εξηλεκτρισμός, βαριά βιομηχανία, δημόσια έργα και στρατιωτικοποίηση της οικονομίας είναι οι βασικές παράμετροι μιας εκβιομηχάνισης, σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Με βαρύτατο τίμημα, όμως. Και μάλιστα σε ανθρώπινες ζωές. Δεν ήταν μόνο οι πολιτικά διωκόμενοι τα θύματα του σοβιετικού καθεστώτος. Οι αποτυχίες του κεντρικού σχεδιασμού οδηγούσαν σε λιμούς, σε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα, σε κακή διαχείριση της δημόσιας υγείας ή των πυρηνικών ατυχημάτων. Πχ κατά το Β ΠΠ, η Ρωσία είχε περισσότερους νεκρούς από τους ηττημένους Γερμανούς και διπλάσιους νεκρούς από τους Ιάπωνες -οι οποίοι όμως είχαν εύκολη πρόσβαση σε εφόδια. Ένα νέο υπόδειγμα πρέπει να έχει ισορροπία στους στόχους και να επιδέχεται αναθεωρήσεις. Αλλιώς, όπως στην περίπτωση της ΕΣΣΔ, οι επιτυχίες θα εναλλάσσονται με τις καταστροφές -αντί να εναλλάσσονται με τις αποτυχίες.

Οι οικονομικές επιτυχίες -και η έλλειψη δημοκρατικού ελέγχου -έκαναν τη ρωσική κυβέρνηση να ονειρεύεται "στρατηγική ισοτιμία" με τις ΗΠΑ. Από μια περιφερειακή δύναμη, προσπάθησαν να γίνουν υπερδύναμη: διαρκείς εξοπλισμοί στα πυρηνικά, ανταγωνισμός στο διάστημα, μεγάλοι στόλοι, ενίσχυση κάθε αντιαμερικανικού κινήματος -ακόμη και μη κομμουνιστικών -στον Τρίτο Κόσμο κλπ. Μόνο που κρίση του βιομηχανικού κόσμου (Μάης '68, Άνοιξη της Πράγας, έναρξη της παγκοσμιοποίησης κα) οδήγησε τις δυτικές χώρες στην τρίτη βιομηχανική επανάσταση: σύνθετα τεχνολογικά και χρηματοπιστωτικά προϊόντα, Κοινή Αγορά, outsourcing, "πολυπολισμικότητα" στους εργασιακούς χώρους των επιχειρήσεων και τις μεγάλες πόλεις, συγχωνεύσεις, spin offs και τόσα άλλα που έχουν περιγραφεί διεξοδικά στην οικονομική βιβλιογραφία και τον τύπο. Όλα αυτά επέτρεψαν την απόκτηση σοβαρών ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων των δυτικών οικονομιών έναντι της σοβιετικής οικονομίας, σε μια εποχή που οι πολίτες της ΕΣΣΔ έκαναν συγκρίσεις με το εξωτερικό και ζητούσαν από τους ηγέτες τους κάτι παραπάνω από την απλή επιβίωση. Με όρους της Β΄ βιομηχανικής επανάστασης (άνθρακας και χάλυβας) η ΕΣΣΔ ήταν πανίσχυρη. Με όρους της Γ΄ βιομηχανικής επανάστασης (πληροφορική, νέα υλικά, γενετική) ήταν ανύπαρκτη.


Αλλά ο βραδυκίνητος κεντρικός σχεδιασμός δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τις εξελίξεις. Δεν υπήρχαν αντίβαρα στην πολιτική, ούτε την οικονομία, ώστε να ξεκινήσει μια νέα προσπάθεια. Οι νέες δυνάμεις δεν μπορούσαν να γεννηθούν, χωρίς πολιτική μεταβολή. Η συνέχεια είναι γνωστή. Η κατάληξη, επίσης: σε όλη τη δεκαετία του '90, οι ζωές των πολιτών μιας τέως υπερδύναμης είχαν καταστραφεί για μία ακόμη φορά στην Ιστορία τους. Το προσδόκιμο ζωής έπεφτε διαρκώς, οι αυτοκτονίες και ο αλκοολισμός ήταν όλο και πιο συνηθισμένα φαινόμενα. Πρώην αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού και της KGB, εκπαιδευμένοι στην καλύτερη τεχνολογία και τις πιο προχωρημένες τεχνικές, δούλευαν για τη μαφία και σκοτώνονταν σε συμπλοκές. Επιστήμονες κατέληξαν να δουλεύουν στα εργοστάσια ή τους αγρούς καπιταλιστικών χωρών χωρίς ιδιαίτερο επίπεδο ανάπτυξης. Νεαρές μπαλαρίνες που είχαν ξεκινήσει τη σταδιοδρομία τους ερμηνεύοντας έργα του Τσαϊκόφσκι ή του Μποροντίν, είχαν ακόμη χειρότερη μοίρα. Και, στο τέλος, έπειτα από άκρως προβληματικές, από κάθε άποψη, ιδιωτικοποιήσεις, επί Γιέλτσιν, η Ρωσία, επί Πούτιν, στράφηκε στον ορυκτό πλούτο, τη σίγουρη λύση, για άμεσο συνάλλαγμα. Οι φιλοδοξίες της δεκαετίας του '70 για εξωστρέφεια και καινοτομία "πάγωσαν" -υποχρεωτικά, ίσως. Και η Ρωσία κατέληξε να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις της Γερμανίας, την οποία είχε νικήσει και κρατήσει διαιρεμένη για δεκαετίες. Όταν μια χώρα αποτυγχάνει να υιοθετήσει το πιο σύγχρονο υπόδειγμα, η δυστυχία μεγαλώνει και οι ταπεινώσεις για την κοινωνία της είναι πολλές. Δεν υπάρχει μόνο μία χώρα στον πλανήτη, υπάρχουν δεκάδες και μάλιστα μπορεί να είναι πραγματικοί ή εν δυνάμει αντίπαλοι. Αν η Ελλάδα απέφυγε τα χειρότερα, μέχρι στιγμής, είναι γιατί ανήκει στα κλαμπ των ισχυρών. Οι οποίοι προσφέρουν διαρκώς υποδείγματα και καινοτομίες (για το Καλό και για το Κακό) στην ανθρωπότητα -και πληρώνουν τα ελλείμματα των ελληνικών προϋπολογισμών. Είναι σοφό να βασιζόμαστε πάντα στους άλλους; Ή μήπως ήρθε η στιγμή να πάρουμε την πρωτοβουλία για κάτι καλύτερο;

Πόσοι δρόμοι υπάρχουν, λοιπόν, για τον εκσυγχρονισμό -ο οποίος, μάλλον, ως εξελικτική διαδικασία δεν τελειώνει ποτέ;

Υπάρχει, προφανώς, ο δρόμος των ΗΠΑ, της μεταπολεμικής Γερμανίας, της μεταπολεμικής Ιαπωνίας, της μεταπολεμικής Γαλλίας και των σκανδιναβικών χωρών. Η πρόοδος για αυτούς είναι ταυτόχρονα πολιτική και οικονομική διαδικασία, η οποία βασίζεται στη συναίνεση ανάμεσα στους κοινωνικούς εταίρους και με επίγνωση ότι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι μεν επιθυμητή αλλά και διαφορετική από την ακριβοδικία. Κινούνται είτε με ορμητικότητα, όπως οι ΗΠΑ και οι σκανδιναβικές χώρες ή πιο διστακτικά, όπως οι υπόλοιποι. Ίσως, το ΗΒ να μπορεί να ενταχθεί πλέον εδώ. Φυσικά, ακόμη και σ' αυτή την κατηγορία υπάρχουν διαφοροποιήσεις: πχ στην Ιαπωνία υπάρχουν ακόμη αμερικανικά στρατεύματα και θα υπάρχουν και στο μέλλον. Κάθε χώρα, όσο ισχυρή κι αν είναι, πληρώνει τα λάθη που έκανε στο παρελθόν και τα μεγάλα λάθη πληρώνονται ακριβότερα. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα.

Υπάρχει ο δρόμος της αποθέωσης της πολιτικής διάστασης του εκσυγχρονισμού και της υποτίμησης της οικονομικής του διάστασης. Η Γαλλία μέχρι το Β ΠΠ και ο Ευρωπαϊκός Νότος μέχρι σήμερα είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Αν ποτέ ξεκινήσει ο εκσυγχρονισμός στη Μέση Ανατολή, κατά πάσα πιθανότητα, σ' αυτή την κατηγορία θα ενταχθούν και εκείνες οι χώρες. Τέτοιες κοινωνίες παράγουν περισσότερη ιδεολογία από όση πραγματικά χρειάζονται και μπορούν να "καταναλώσουν". Συνήθως δεν μπορούν καν να συνειδητοποιήσουν πόσο τους κοστίζει μακροπρόθεσμα η τεχνοφοβία, η δογματική εκπαίδευση, η εγκατάλειψη της επιχειρηματικότητας, η επιχειρηματική και πολιτιστική εσωστρέφεια. Και νιώθουν ταπείνωση όταν τους ξεπερνούν στον πλούτο οι χώρες του επόμενου δρόμου.

Ο επόμενος δρόμος είναι, προφανώς, ο αντίθετος, η μανιακή προσκόλληση στην οικονομική ανάπτυξη, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τον εκδημοκρατισμό. Η Γερμανία και η Ιαπωνία ανήκαν κάποτε σ' αυτή την κατηγορία, η Κίνα, η ΕΣΣΔ αλλά και η τωρινή Ρωσία ή η Τουρκία ανήκουν εκεί σήμερα. Τέτοιες χώρες, αν δεν αλλάξουν εγκαίρως πορεία, γίνονται επικίνδυνες, κάποια στιγμή, για μια περιοχή (αν είναι μικρές) ή για την ανθρωπότητα, (αν είναι μεγάλες) και, σε κάθε περίπτωση, για το λαό τους. Η βιομηχανική ισχύς είναι εθιστική και "μεθά" εύκολα κυβερνήσεις που δεν έχουν κανένα δημοκρατικό έλεγχο.

Ο τέταρτος δρόμος είναι η αναποφασιστικότητα μέχρι να προκληθούν τετελεσμένα σε βάρος της χώρας. Μερικές χώρες, σε κάποιες περιόδους, καταλαβαίνουν ότι ο κόσμος προχωρά μπροστά αλλά αδιαφορούν ή το καταγγέλλουν διαρκώς γιατί δεν τους αρέσουν οι επερχόμενες αλλαγές. Η τσαρική Ρωσία και η Ανατολική Ευρώπη, κατά περιόδους, ή η Μέση Ανατολή ή Λατινική Αμερική (χωρίς τη Βραζιλία πλέον) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Βέβαια, στο τέλος οι αλλαγές έρχονται. Αλλά αφού προηγηθεί κάποια εθνική ή κοινωνική καταστροφή, μεγάλης κλίμακας. Αν η σημερινή Ελλάδα συνεχίσει την εσωστρέφεια, μάλλον εδώ θα καταλήξει. Και, όπως είναι γνωστό, η πρόσφατη ελληνική ιστορία έχει να παρουσιάσει τόσο νίκες όσο και καταστροφές, κάθε τύπου.

Θα ήμουν εκτός θέματος αν αναφερόμουν στις πιο άτυχες περιοχές του κόσμου που απορρίπτουν κάθε εκσυγχρονισμό -πλην, ίσως, των εξοπλισμών -όπως πχ η υποσαχάρια Αφρική. Όσο για το δρόμο που θα επιλέξει τελικά η χώρα μας, θα φανεί. Μερικά από τα υποδείγματα και τις καινοτομίες, πάντως, που μου κινούν, προσωπικά, το ενδιαφέρον (και ανεξάρτητα μεταξύ τους), είναι η συμμετοχική δημοκρατία στην Καλιφόρνια και την Ελβετία, η Σιγκαπούρη ως πόλη -κράτος, το σύστημα της Google (οι μεγαλύτερες καινοτομίες δωρεάν σε όλους), άκρως επιτυχημένοι συνεταιρισμοί, από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς της Δανίας, μέχρι τη Goldman Sachs και τη McKinsey, διακρατικές συνεργασίες, όπως το CERN, και πολλά άλλα. Ένα από όλα αυτά να υιοθετήσει σήμερα επιτυχώς η Ελλάδα ή να μεταφερθεί επιτυχώς στην ελληνική οικονομία, μακροπρόθεσμα, θα έχουμε λύσει πολλά προβλήματα. Το πολιτικό ερώτημα είναι αν υπάρχει κάποιο κοινοβουλευτικό κόμμα που να ενδιαφέρεται για κάτι από αυτά. Δεν αρκεί να μιλάμε για μεταρρυθμίσεις και τομές, πρέπει να τις ψάχνουμε όπου έχουν ήδη εφαρμοστεί και υπό τις συνθήκες που έχουν εφαρμοστεί. Είναι πιο ασφαλές από το να προσπαθούμε για την "επανεφεύρεση του τροχού", σε μια εποχή που η χώρα κάνει ένα βήμα μπρος και ένα (στην καλύτερη περίπτωση) πίσω.


Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Που οδηγούν όλοι οι δρόμοι;

Σύμφωνα με τον Giddens, τα σημάδια εκσυγχρονισμού μιας κοινωνίας είναι δύο: η εκβιομηχάνιση και η αστικοποίηση. Ο Giddens θεωρεί και τα δύο φαινόμενα αποτέλεσμα κάποιας επιτυχημένης επανάστασης, είτε στον οικονομικό είτε στον πολιτικό τομέα αλλά, σε κάθε περίπτωση, εμφορούμενης από κοσμικά ιδεώδη. Σύμφωνα, πάλι, με τον Richard Knight, οι πόλεις διαιρούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: σε εκείνες που στηρίζουν την επιβίωση τους σε κάποιο "ηθικό κανόνα" και σε εκείνες που στηρίζονται στους επιχειρηματικούς και επιστημονικούς φορείς για να αντλήσουν οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους.

Όπως είναι ευρύτερα γνωστό, η εκβιομηχάνιση μεταβάλλει τις πατερναλιστικές σχέσεις που υπάρχουν στις παραδοσιακές κοινωνίες, αφαιρώντας τα στοιχεία της μεταφυσικής (θρησκεία, μαγεία κλπ) από τις κοινωνικές σχέσεις και αφήνοντας να κυριαρχήσει κάποιο κοσμικό ιδεώδες ή πρακτική, όπως η αφοσίωση στην πατρίδα, το νόμο ή  το οικονομικό συμφέρον, επιτρέποντας διαρκής αύξηση της παραγωγής και αναδεικνύοντας συνεχώς νέες κοινωνικές δυνάμεις που ζητούν συμμετοχή στην νομή του πλούτου και της εξουσίας. Η αστικοποίηση μεταβάλλει εντελώς το φυσικό περιβάλλον, επιτρέπει σε νέους φορείς να έρθουν στο προσκήνιο (επιχειρήσεις, πανεπιστήμια κα) και οδηγεί σε νέα κοινωνικά ήθη, βασισμένα στην κοινωνική επιλεκτικότητα (πχ παρόμοιο κοινωνικό προφίλ) και όχι τη χωρική επιλεκτικότητα (πχ γειτονιά). 

Παράλληλα, ο διαχωρισμός των πόλεων που κάνει ο Knight, ως προς την πηγή δύναμης, είναι πολύ ενδιαφέρων. Είναι άλλη περίπτωση πχ η Ρώμη που οφείλει τη διεθνή ακτινοβολία της στο γεγονός ότι ήταν πρωτεύουσα, επί πολλούς αιώνες, μιας αυτοκρατορίας ή στο γεγονός ότι είναι έδρα μιας παγκόσμιας θρησκείας επί δύο χιλιετίες από εκείνη του Σικάγο, το οποίο στηρίχτηκε κατ' αποκλειστικότητα στις "βέλτιστες πρακτικές" των τελευταίων δύο αιώνων. Η Ρώμη θα είναι έδρα παγκόσμια θρησκείας και πρωτεύουσα κράτους για πολύ. Θεωρούταν σημαντική πόλη ακόμη και στο Μεσαίωνα που είχε μερικές χιλιάδες κάτοικους. Το Σικάγο πρέπει να είναι διαρκώς στην αιχμή των οικονομικών και πολιτιστικών εξελίξεων. Όταν δεν είναι -όπως πχ κατά την περίοδο της αποβιομηχάνισης του δυτικού κόσμου -έχει πρόβλημα. 

Το Σικάγο είχε ελάχιστους κατοίκους το 1833 και πάνω από ένα εκατομμύριο το 1890. Σήμερα αριθμεί -η ευρύτερη περιοχή -κοντά στα δέκα εκατομμύρια. Αντίθετα από την Ουάσιγκτον και περισσότερο από το "μονοθεματικό" Λος Άντζελες (κινηματογράφος και μουσική) και την "αειθαλή" και προικισμένη από τη γεωγραφία Νέα Υόρκη, το Σικάγο βάσισε την εξέλιξή του στην ενθουσιώδη αξιοποίηση των καλύτερων ιδεών του 19ου αιώνα: την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, την διοργάνωση πολλών Παγκόσμιων Εκθέσεων, τους ουρανοξύστες, ένα δυναμικό πανεπιστήμιο που έδωσε την περίφημη Σχολή του Σικάγο, τη βιομηχανία σιδήρου και άνθρακα. Μέχρι και οι εγκληματικές δραστηριότητες ακολούθησαν το ρεύμα και απέκτησαν, σταδιακά, οργανωμένη, "βιομηχανική" μορφή, λειτουργώντας, μάλιστα, ως υπόδειγμα και για άλλες περιοχές του κόσμου. Σταδιακά, βέβαια, οι καιροί άλλαξαν. Παρ' όλη, όμως, την κάμψη που προκάλεσε η βιομηχανική άνοδος περιοχών από χώρες του κάποτε Τρίτου Κόσμου -σε αντίθεση με όσα πιστεύουμε στη Δύση δεν είναι "όλη" η Κίνα εκβιομηχανισμένη, ούτε "όλη" η Ινδία -το Σικάγο εξακολουθεί να θεωρείται μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Βόρειας Αμερικής.

Ποιες είναι οι "βέλτιστες πρακτικές" σήμερα; Στην εποχή που ζούμε, οι πόλεις (αλλά και οι περιφέρειες και οι χώρες), ιδίως οι μεγαλύτερες, συνεργάζονται μεταξύ τους, οι πολιτικές, επιχειρηματικές και επιστημονικές ηγεσίες τους καταστρώνουν κοινά σχέδια, δημιουργούν κοινές υποδομές, υλοποιούν από κοινού έργα, μέχρι και διοργανώνουν από κοινού σημαντικά γεγονότα. Προχωρούν σε αστικές αναπλάσεις με μεγάλο συμβολικό κεφάλαιο, διευκολύνουν τις επενδύσεις, διοργανώνουν (αλλά όχι υπερκοστολογημένα) αθλητικά, εμπορικά και πολιτιστικά γεγονότα μεγάλης κλίμακας, προσπαθώντας, όμως, να ενσωματώσουν στις εξελίξεις όσους δεν μπορούν να συμβαδίσουν με αυτές μόνοι τους. Οι κυβερνήσεις, οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι φορείς με τεχνογνωσία αιχμής προηγούνται μεν και δίνουν τον τόνο αλλά η αυτοδιοίκηση, οι μικρότερες επιχειρήσεις, τα επιμελητήρια και τα πανεπιστήμια ακολουθούν κατά πόδας. Δεν είναι εύκολη η ισορροπία τόσων key players σε τόσο ετερόκλητους στόχους και συχνά χάνεται. Σημασία, όμως, έχει η εξωστρέφεια, η διασύνδεση, ο ανταγωνισμός -εκεί που δεν υπάρχει συνεργασία -και σε  κ α μ ί α περίπτωση η απομόνωση ή η ραθυμία. Η βιομηχανική καινοτομία, οι εξαγωγές, η διαφύλαξη των σπάνιων φυσικών και πολιτιστικών πόρων και, γενικά, οι ολοκληρωμένες δράσεις που καταλήγουν σε blockbusters, κάθε τύπου, από τα tablets και το Google Earth μέχρι την Νέα Οικονομική Γεωγραφία και τους Ολυμπιακούς Αγώνες, απαιτούν -πέρα από την τεχνογνωσία και το μάνατζμεντ φυσικά- κινητικότητα, καλλιέργεια, υπομονή και δουλειά. Και αποτυχίες. Δεν γίνεται αλλιώς.

Σε μια εποχή που οι BRICS προσπαθούν να κάνουν λιγότερο άνιση τη σχέση τους με το δυτικό κόσμο -και, σε γενικές γραμμές, τα καταφέρνουν -σε μια εποχή που αναμένεται να υπάρχουν 10 κινεζικές μεγαπόλεις (δηλαδή πόλεις με περισσότερους από 10 εκατομμύρια κάτοικους -ή μια Ελλάδα -η καθεμία) το 2025 -σε δώδεκα χρόνια, όσα δηλαδή έχουν περάσει σήμερα από την 11/9 -που παράγουν και εξάγουν διαρκώς, σε μια εποχή που οι ΗΠΑ, ως απάντηση στις BRICS, συζητούν με την ΕΕ για κάποια μορφή οικονομικής ένωσης, ο ευρωπαϊκός νότος -και η Ελλάδα περισσότερο από τους υπόλοιπους -μοιάζει να ομφαλοσκοπεί. Τα κατεστημένα συμφέροντα αρνούνται να παραδεχτούν ότι οι εξελίξεις μας έχουν ξεπεράσει όλους και μεταφέρουν το κόστος σε εμάς τους υπόλοιπους. Ελπίζοντας σε τι; Κανείς δεν ξέρει. Η μπόρα δεν πρόκειται να περάσει χωρίς βαθιές τομές στους θεσμούς, τις αξίες και τα ήθη των χωρών μας, στον τρόπο που επιχειρούμε, εργαζόμαστε, μορφωνόμαστε, συζητάμε, υλοποιούμε. Ή χωρίς την αποτυχία και τον γεωπολιτικό υποβιβασμό των BRICS, όπως άλλωστε παλαιότερα της ΕΣΣΔ, λόγω της αδυναμίας  εκδημοκρατισμού και της κοινωνικής ενσωμάτωσης των περισσότερο αδύναμων πολιτών στις νέες κοινωνίες που προκύπτουν. Είναι σωστό, όμως, από κάθε άποψη, να βασιζόμαστε για το βιοτικό μας επίπεδο στην καταστροφή ή την περιθωριοποίηση ολόκληρων χωρών;

Μπορεί να ευθύνεται η καθυστερημένη εκβιομηχάνιση του Ευρωπαϊκού Νότου -και ατελής στην περίπτωση της χώρας μας -η οποία χρονικά συμπίπτει (10 -20 χρόνια δεν είναι πολλά, όταν έχουμε να κάνουμε με την εκβιομηχάνιση ή τα τεράστια δημογραφικά μεγέθη) με την ανεξαρτησία χωρών όπως η Κίνα ή Ινδία, για την παραγωγική καχεξία της περιοχής μας (η βόρεια Ιταλία και η Καταλανία διαφέρουν αρκετά ως προς αυτό αλλά δεν αρκεί). Η, επίσης, καθυστερημένη αστικοποίηση βοηθά στην επιβίωση -αν όχι την επιβράβευση -συνηθειών, όπως πχ η ανομία, η συσπείρωση γύρω από άτομα, ήθη και πρακτικές (όχι πάντα τα καλύτερα) που γνωρίζουμε από χρόνια, η άγνοια και η δυσπιστία προς το καινούριο. Οι πόλεις μας, πάντως, ελπίζουν ακόμη στον "ηθικό κανόνα": αν διαβάσετε επίσημα σχέδια, μελέτες και δηλώσεις, που αναφέρονται σε αυτές, θα δείτε ότι οι περισσότεροι επιμένουν στον σπουδαίο εθνικό/ περιφερειακό/ τοπικό ρόλο που διαδραματίζουν και γι' αυτό διασώζονται αναπτυξιακά. Ο διεθνής ρόλος είναι ο "φτωχός συγγενής", καθώς αυτό που ουσιαστικά μετρά, σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη, ακόμη και σήμερα που έχουν ανατραπεί τα πάντα, είναι η χωροθέτηση και η πολυδιάσπαση των δημόσιων υπηρεσιών και η διασπορά του κρατικού χρήματος, ώστε να πάρουν όλοι. Όχι η εξωστρέφεια. Η επιχειρηματικότητα, η εξωστρέφεια, η καινοτομία, για να είναι βιώσιμες και κοινωνικά ωφέλιμες, απαιτούν πολλή προσπάθεια, προσεκτικό σχεδιασμό, ανοιχτούς ορίζοντες, καθαρούς κανόνες για όλους και γενναιόδωρες υλικές και ηθικές ανταμοιβές. Δεν είναι, προφανώς, αυτά για τις κυρίαρχες τάξεις της Ελλάδας αλλά και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Το Μιλάνο και η Βαρκελώνη, με τις αδυναμίες τους αλλά και με ακμαία παραγωγική και πολιτιστική συγκρότηση, κατάφεραν να ξεφύγουν από τη μιζέρια του Ευρωπαϊκού Νότου και ελπίζω ειλικρινά να μην τις συμπαρασύρει το γενικότερο αρνητικό ρεύμα της ευρωζώνης. Όπως άλλοτε το Σικάγο, βασίστηκαν, κάθε μία, στα μεγαλύτερά της ατού, απευθύνθηκαν εγκαίρως σε ένα διεθνές κοινό και οι προσπάθειες καρποφόρησαν. Η ιστορία και η ταυτότητα των πόλεων έγιναν καταλύτης των εξελίξεων, όχι τροχοπέδη. Τα προβλήματα δε λείπουν -ποτέ δε λείπουν - αλλά το όραμά τους είναι ξεκάθαρο.

Οι υπόλοιποι πολίτες, κάτοικοι, επαγγελματίες κλπ, βρισκόμαστε σε σταυροδρόμι. Να υιοθετήσουμε τα επιτυχημένα παραδείγματα των άλλων ή να επιμείνουμε μέχρι τέλους σε κάποιο από τα πολυσυζητημένα δόγματα του κάθε κόμματος ή "γκουρού" της πολιτικής και της τηλεόρασης; Προσωπικά, πιστεύω ότι όλοι δρόμοι του μέλλοντος για τις πόλεις του Ευρωπαϊκού Νότου, της Ανατολικής Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και πολλών ακόμη περιοχών, άλλοι σε ευθεία και άλλοι με στροφές, οδηγούν στο μοντέλο του Σικάγο, όχι σε αυτό της Ρώμης. Σε μια εποχή ακραίου ανταγωνισμού, με τεράστια γεωγραφική διασπορά, η ακμή μιας πόλης δε μπορεί να βασιστεί πλέον σε "παρασιτικά", από οικονομικής άποψης, χαρακτηριστικά, όπως πχ οι ιδιαίτερες κυβερνητικές αποφάσεις. Χρειάζονται συνθέσεις, αποτελεσματικότητα και σίγουρα όχι άλλες καθυστερήσεις. Όσο οι Έλληνες φιλοσοφούμε, οι ανταγωνιστές μας στην Άπω Ανατολή,  τη Νότια Αμερική και την πρώην ΕΣΣΔ, μας ξεπερνούν. Και καλά κάνουν. Όταν οι ελληνικές πόλεις μοιάσουν στις τριτοκοσμικές παραγκουπόλεις από την ανεργία, τη φτώχεια και την εγκληματικότητα, θα παρηγορούμαστε μιλώντας για "λίκνα του πολιτισμού" ή για τη σπουδαία παράδοση τους -που, κατά κανόνα, θα γνωρίζουμε, θα περιφέρουμε και θα επαινούμε εμείς οι ίδιοι, εντός, πάντα, των ελληνικών συνόρων;


Διαβάστε, ενδεικτικά, για τον κόσμο που αναδύεται:

http://www.hafencity.com/en/home.html

http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=487819

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Ο χωροταξικός σχεδιασμός της Ελλάδας σε σταυροδρόμι

Γίνεται συζήτηση τελευταία για την "αναμόρφωση" του χωροταξικού σχεδιασμού, μια παλιά και πονεμένη ιστορία για το ελληνικό κράτος. Μέχρι σήμερα ο χωροταξικός σχεδιασμός είναι, θεωρητικά, "από επάνω προς τα κάτω" δηλαδή πρώτα σχεδιάζουμε για όλη τη χώρα, μετά για διάφορους τομείς σε εθνικό επίπεδο, μετά για τις περιφέρειες, πιο μετά για διάφορες ζώνες κοκ. Στην πράξη, σχεδιάζουμε αναλόγως της πολιτικής συγκυρίας και των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας. 

Αποτέλεσμα της όλης κατάστασης είναι μια πληθώρα τεχνικών και νομικών όρων, θεσμικών εργαλείων (πολλά από τα οποία δεν αξιοποιούνται καθόλου), "φλυαρίας" στην προγραμματική γλώσσα κλπ, χωρίς όμως αποτελεσματικό μηχανισμό υλοποίησης και χωρίς επαρκή χρηματοδότηση -μη ρωτάτε τι έγιναν τέσσερα κοινοτικά πακέτα... Με άλλα λόγια, αν και οι προσπάθειες που έγιναν τις τελευταίες δεκαετίες έδωσαν ορισμένα αποτελέσματα, η Ελλάδα απέχει πολύ από το να θεωρείται μια χώρα με ικανοποιητική χωροταξία, καθώς πχ οι σχέσεις ανάμεσα στο εθνικό κέντρο (Αττική, Οινόφυτα, βιομηχανικές περιοχές της Κορίνθου) και στην περιφέρεια -πλην Θεσσαλονίκης -παραμένουν εξαιρετικά άνισες, από την πλευρά της δημογραφίας και της ανάπτυξης -χωρίς το πρόβλημα να εξαντλείται εκεί. Το τελευταίο, πάντως, θα έχει πολύ σημαντικές επιπτώσεις στην προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης των επόμενων χρόνων, ιδίως αν συνδυαστεί με οξυμένες διπλωματικές σχέσεις με όμορες χώρες που θα βάλουν στεγανά στα βόρεια και ανατολικά σύνορα της χώρας.

Για το μέλλον της χωροταξίας στην Ελλάδα διαγράφονται, εκ των πραγμάτων, τρία σενάρια: 1) συνέχιση του υφιστάμενου μοντέλου, 2) υιοθέτηση ενός ευέλικτου μοντέλου, 3) κατάργηση κάθε μοντέλου

Σενάριο 1ο: Συνέχιση του υφιστάμενου μοντέλου

Το υφιστάμενο μοντέλο εμπνέεται, εμμέσως, από τη Γαλλία. Πολλά δεσμευτικά σχέδια, λεπτομερείς μελέτες, τα περισσότερα επίπεδα σχεδιασμού διεθνώς -περισσότερα και από τη Γαλλία που έχει εξαπλάσιο πληθυσμό -και γενικά ένα "βαρύ" μοντέλο, σε μια εποχή και μια συγκυρία που απαιτεί ταχύτητα.

Το υφιστάμενο μοντέλο έχει πολλούς φίλους, τόσο στους φορείς όσο και στα πρόσωπα. Είναι δοκιμασμένο και ταιριάζει στο δογματισμό της ελληνικής κουλτούρας -δεν είναι τυχαίο που η Ελλάδα, ως νεοπαγές κράτος, πριν δύο αιώνες, υιοθέτησε άμεσα τον ναπολεόντειο Κώδικα και το γαλλικό συγκεντρωτισμό στη διοίκηση και τη Δικαιοσύνη. Από την άλλη, για να πετύχει το υφιστάμενο μοντέλο χρειάζεται μια μικρή επανάσταση. Οι Γάλλοι, οι οποίοι έχουν να επιδείξουν σημαντικές επιτυχίες, πχ δημιούργησαν τον DATAR, και του έδωσαν τρομακτική δύναμη: υπάγεται απευθείας στο Γάλλο πρωθυπουργό, έχει ενιαία δομή και ικανή στελέχωση, μπορεί να σταματά ακόμα και ενέργειες υπουργείων. Στην Ελλάδα αντίθετα υπάρχουν διάσπαρτοι φορείς που υπάγονται σε αδύναμους πολιτικούς προϊσταμένους και, κατά κανόνα, στελεχώνονται με συντεχνιακά  κριτήρια. Είναι μάλλον απίθανο να συμβεί η "μικρή επανάσταση" και δεν είναι σαφές πως μπορεί να είναι ωφέλιμο το υφιστάμενο μοντέλο.


Σενάριο 2ο: υιοθέτηση ενός ευέλικτου μοντέλου

Για ένα μέρος που πολιτικού συστήματος, η "ευελιξία" στο χώρο είναι πλέον ένα είδος "μαγικής λέξης" που επιλύει τα πάντα. Άπαξ και τη φέρουμε τα προβλήματα θα λυθούν. Σύμφωνα με αυτή την άποψη τα χωροταξικά σχέδια θα αντικατασταθούν με Οδηγίες, οι οποίες θα είναι ενδεικτικές και όχι δεσμευτικές, οι διευθύνσεις των Υπουργείων και οι μεγάλοι ιδιώτες θα κάνουν άνετα του κεφαλιού τους, χωρίς να νοιάζονται για το πως θα είναι η περιοχή παρέμβασης σε 10 -20 χρόνια, ούτε πόσα  χρήματα θα χρειάζονται για την αποκάστασή της, αφού αυτό που προέχει είναι η ψηφοθηρία για τους πολιτικούς και η άμεση απόσβεση της επένδυσης για τους ιδιώτες. Επικαλούνται μάλιστα και παραδείγματα από τη Βόρεια Ευρώπη, όπου πράγματι σε στρατηγικό επίπεδο η χωροταξία είναι τελείως ενδεικτική.

Μία πληροφορία, όμως, που δεν είναι ευρέως γνωστή στην Ελλάδα -και ανατρέπει την προηγούμενη εικόνα - είναι ότι ο σχεδιασμός των χρήσεων γης* στην Βόρεια Ευρώπη είναι πλήρης -άνω του 95% -και με συγκροτημένο διοικητικό μηχανισμό. Αντίθετα στην Ελλάδα είναι κάτω από 50% και με σημαντικές αδυναμίες στο διοικητικό μηχανισμό, επομένως, η εφαρμογή είναι μικρότερης έκτασης. Πέρα από την πολιτική βούληση, οι βόρειες χώρες έχουν ένα de facto πλεονέκτημα: μεγάλες ιδιοκτησίες στα χέρια λίγων ιδιοκτητών, οπότε ο κανονιστικός σχεδιασμός του χώρου είναι αρκετά εύκολος. Στην Ελλάδα οι ιδιοκτησίες είναι πολλές, κατακερματισμένες, συχνά με πολλούς ιδιοκτήτες η κάθε μία. Δεν είναι πολύ βέβαιο ότι θα καταφέρουμε σύντομα να αποκτήσουμε πλήρη σχεδιασμό χρήσεων γης, ιδίως μετά τη χρεοκοπία της χώρας.

Η αντικατάσταση των Σχεδίων από τις Οδηγίες, χωρίς τον πλήρη σχεδιασμό χρήσεων γης, μπορεί  να είναι για τη χώρα από επιζήμια έως καταστροφική γιατί οδηγεί εύκολα στο 3ο Σενάριο. 

Σενάριο 3ο: κατάργηση κάθε μοντέλου

Αν και λέγονταν με μισόλογα μέχρι πρόσφατα -συνήθως από εργολάβους που ήθελαν να χτίζουν πολύ, να πουλάνε ακριβά τα διαμερίσματα στους άλλους και οι ίδιοι να μένουν κάπου καλύτερα, σε περιοχές εμβληματικές ή με ωραίο ρυμοτομικό σχέδιο- η σιωπηρή κατάργηση κάθε μοντέλου χωροταξικού σχεδιασμού είναι πιθανό να υιοθετηθεί σαν λύση, ιδίως αν αναλογιστούμε τη σύνθεση της σημερινής Βουλής, με τα ελάχιστα πολιτικά "αναχώματα" υπέρ της βιώσιμης ανάπτυξης. 

Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι οι οικιστικές επεκτάσεις σε όλη τη χώρα θα είναι τυχαίες, αποσπασματικές και διάσπαρτες, αρκετές φορές θα προέρχονται από καταπατήσεις, το κόστος κατασκευής, χρήσης και συντήρησης των υποδομών θα είναι υψηλότερο και η προστασία από φυσικούς και ανθρωπογενείς κινδύνους πολύ αμφίβολη. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι τεράστιο πάγιο κεφάλαιο θα επενδυθεί αντιπαραγωγικά, με τρόπο που δεν επιδέχεται βελτίωση (πχ πόσο κοστίζει σε χρήμα και χρόνο να ξαναχτίσουμε την Αθήνα από την αρχή, ώστε να είναι διεθνώς επιθυμητή για κατοικία και επενδύσεις; ) και πολύτιμη γη θα σπαταληθεί (η "ποιοτική" γη -αυτή που δεν υφίσταται μεγάλη διάβρωση, έχει ήπια κλίση, είναι εύφορη κλπ -είναι σχετικά λίγη στην Ελλάδα). Κάποιοι θα γίνουν πλούσιοι, όμως, η κοινωνία θα χάσει πάρα πολλά.

Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι δεν υπάρχει εύκολη απάντηση για το μέλλον της χωροταξίας στην Ελλάδα. Είναι βέβαιο ότι, επισήμως, θα έχουμε κάποιο μοντέλο χωροταξίας, αφού το αντίθετο θα προσιδίαζε σε αφρικανική χώρα και πολλοί Έλληνες θα δυσανασχετούσαν. Είναι πάντως πιθανό να υιοθετηθεί κάποιο από τα δύο υποδείγματα (γαλλικό -βορειοευρωπαϊκό) αλλά όχι εξ ολοκλήρου, μόνο το πιο "ανώδυνο" μέρος του. Το κόστος, φυσικά, θα το πληρώνουμε όλοι, για πολύ καιρό.

*Ο σχεδιασμός χρήσεων γης δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι πάντα τύπου "σε μια Ζώνη επιτρέπεται μόνο η χρήση Α". Μπορεί να επιτρέπονται οι χρήσεις Α, Ε και Ι ή οι χρήσεις Α έως Ζ ή να απαγορεύονται οι χρήσεις Κ έως Σ και να επιτρέπονται οι υπόλοιπες. Ο ακριβής συνδυασμός χρήσεων εξαρτάται από την περιοχή, τις τάσεις που υπάρχουν, την αξία της γης κλπ.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Το NCIS και το ελληνικό Δημόσιο

Ένα βασικό ζητούμενο στη σημερινή Ελλάδα είναι σωστή λειτουργία του κράτους, για το οποίο υπάρχει η αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια είναι ανεπαρκές, ιδίως αν συνυπολογιστούν οι αυξημένες απαιτήσεις της εποχής.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι θα συνέβαινε αν κάποια πρόσωπα της Ιστορίας ή χαρακτήρες της λογοτεχνίας και της τέχνης, ή έστω της τηλεόρασης, είχαν γεννηθεί στη σημερινή Ελλάδα. Δε χρειάζεται να ασχοληθούμε με σημαντικά έργα και χαρακτήρες με βάθος. Ας πάρουμε για παράδειγμα το NCIS, μια πολύ γνωστή τηλεοπτική σειρά από τις ΗΠΑ -που πρόσφατα  διέκοψε το STAR και ήδη μου λείπει. Πρόκειται για μια αστυνομική σειρά, η οποία δείχνει μια υπηρεσία του Ναυτικού των ΗΠΑ να εξιχνιάζει εγκλήματα πάσης φύσεως και, ιδίως, δολοφονίες. Η δράση που δείχνει είναι λίγη, κυρίως βασίζεται στην επίλυση προβλημάτων, τη διατύπωση σεναρίων κλπ μέχρι να βρεθεί ο ένοχος και με αυτά γεμίζει η πλοκή. Οι ήρωες χρησιμοποιούν πολύ τις νέες τεχνολογίες και την ανάκριση αλλά λίγο τα όπλα τους. Φαντάζομαι, λοιπόν, ότι αν οι ήρωες του NCIS είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα, θα είχαν συμβεί μερικά τουλάχιστον από τα παρακάτω.

Ο διευθυντής θα είχε διωχθεί από τη χώρα αφού είναι μαύρος και δύσκολα θα είχε πάρει ελληνική υπηκοότητα. Ακόμη κι αν παρέμενε στην Ελλάδα, θα ήταν άνεργος ή ανασφάλιστος και πιθανώς να κατέληγε παραβάτης του νόμου, αντί για υπηρέτης. Μπορεί, ακόμη, να δεχόταν επιθέσεις στο δρόμο, μια δεν θα ήταν εθνικά "καθαρός". Και σε κάθε περίπτωση δε θα γίνονταν διευθυντής μιας τόσο ευαίσθητης υπηρεσίας.

Ο Γκιμπς μάλλον θα είχε βγει από καιρό στη σύνταξη. Ποιος ο λόγος να παραμένει στην υπηρεσία, αφού μπορούσε κάλλιστα να βγει πρόωρα στη σύνταξη και να κάνει -αν θέλει -και μια δεύτερη δουλειά; Πιο πιθανό θα ήταν να βραβευτεί ως χομπίστας ξυλουργός, παρά ως επαγγελματίας ειδικός πράκτορας με τεράστιες επιτυχίες στη σταδιοδρομία του. Και ακόμη κι αν βραβεύονταν, δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει ευρέως γνωστό στους συμπολίτες του από τους Έλληνες ρεπόρτερς, μια και δεν κέρδισε κανένα τηλεοπτικό ριάλιτι.

Η Ζίβα θα είχε προκαλέσει ασφαλώς την αγανάκτηση των υπερπατριωτών. Κόρη μεγαλοστελέχους της ισραηλιτικής Μοσάντ και να εργάζεται σε τέτοια θέση; Είμαι σίγουρος ότι οι επερωτήσεις στη Βουλή θα έπεφταν βροχή, για να μη μιλήσουμε για τα δημοσιεύματα. Αν μάλιστα είχε αποκαλυφθεί ότι έχει σχέση με μυστικό πράκτορα της χώρας, δεν τολμώ να διανοηθώ τι θα είχαμε ακούσει από την πατριωτική Δεξιά.

Ο Μακ Γκι και η Άμπυ μπορεί να πάλευαν να βρουν μια θέση στη μέση εκπαίδευση. Ίσως να δούλευαν, προσωρινά, σε κανένα κατάστημα και να σκέφτονταν τη μετανάστευση, μια το μέλλον στην Ελλάδα διαγράφεται δυσοίωνο. Αν δούλευαν για την αστυνομία, πάντως, θα τα κατάφερναν καλύτερα στην επεξεργασία φωτογραφιών.

Ο Ντάκι μπορεί να ήταν ένας καλός ιατροδικαστής, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι οι συνάδελφοί του θα εκτιμούσαν ιδιαιτέρως την ευρυμάθειά του και την ευαισθησία του.

Νομίζω ότι ο Ντινόζο θα ήταν ο μόνος που θα εντάσσονταν σχετικά εύκολα σε μια αντίστοιχη υπηρεσία. Ίσως επειδή είναι ο πιο συνηθισμένος χαρακτήρας για αστυνομική σειρά.

Εντάξει. Καταλαβαίνω ότι πρόκειται για τηλεοπτική σειρά και ότι πολλά από αυτά που δείχνει δε γίνονται ούτε στις ΗΠΑ. Παρόλα αυτά, κάποτε σ' αυτή τη χώρα πρέπει να εξετάσουμε πως στελεχώνουμε το κράτος μας, πως αυτό λειτουργεί και πως ανταμοίβουμε όσους τα καταφέρνουν. Ειδικά αν μιλάμε, όχι για άτομα αλλά για επιτυχημένες ομάδες -ένα σημείο που υστερούμε εδώ στην Ελλάδα. Γιατί όλα τα δημόσια αγαθά (ασφάλεια, παιδεία, υγεία κλπ) δεν εξαρτώνται μόνο από την πολιτική ηγεσία αλλά και από το πως δουλεύουν οι υφιστάμενοι. Και γι' αυτό ακριβώς το λόγο πρέπει να επιβραβεύονται όσοι το αξίζουν και να τιμωρούνται όσοι ζουν σε βάρος της κοινωνίας, ιδίως σε μια τέτοια οικονομική συγκυρία. Η αξιολόγηση στο Δημόσιο πρέπει να είναι το πρώτο από μια μακρά σειρά αναγκαίων βημάτων.


Λεπτομέρειες για το NCIS (με πολλά spoilers) υπάρχουν στο  http://en.wikipedia.org/wiki/NCIS_(TV_series)

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Χτίζοντας συναινέσεις


Μ' αρέσουν πολύ τα βιβλία. Τα μόνα βιβλία που δεν ακούμπησα ούτε ακουμπάω ποτέ και πουθενά είναι αυτά της Σημειωτικής. Ίσως επειδή δε μ' αρέσουν οι μεταφορές αλλά η κυριολεξία. Ίσως επειδή προτιμώ τη διαύγεια από τις αμφισημίες. Ίσως επειδή δε θέλω ποτέ να δίνω αυθαίρετες ερμηνείες σε όσα διαβάζω -ούτε, βέβαια, μου αρέσει να με ερμηνεύουν κατά το δοκούν. Αλλά, πέρα από τη Σημειωτική, διαβάζω πολύ: ιστορικά, λογοτεχνικά, επιστημονικά βιβλία και ό,τι άλλο μπορεί να βρεθεί κοντά μου. Μετά από αυτή τη μικρή βραδινή περιαυτολογία (ελπίζω να μην κούρασε, μετά από τριάντα αναρτήσεις, ας μου συγχωρεθεί που έγραψα και για ένα χαρακτηριστικό μου!), ας ασχοληθούμε με τα αγαπημένα μας θέματα: ανάπτυξη, ιστορία, επιστήμες, πολιτική.

Δύο από τα αγαπημένα μου βιβλία -είναι πάρα πολλά -είναι ο Πλούτος και η Φτώχεια των Εθνών και ο Προμηθέας Χωρίς Δεσμά του Ντέϊβιντ Λαντς. Τα διάβασα πριν αρκετά χρόνια, με εντυπωσίασαν από την πρώτη ανάγνωση και με έκαναν να αναθεωρήσω μερικές από τις απόψεις που είχα για την πρόκληση ανάπτυξης στις μικρές χώρες, όπως η Ελλάδα.

Ο Λαντς τεκμηριώνει στα βιβλία αρκετά ενδιαφέροντα σημεία:

- το κλίμα μιας χώρας έχει τη σημασία του. Αυτό δεν αφορά την Ελλάδα που γενικά έχει ήπιο κλίμα, εξηγεί όμως πολλά για τις χώρες που αντιμετωπίζουν πρόσθετες δυσκολίες πχ την έλλειψη νερού ή τα μικρόβια. Καλό, όμως, είναι το θυμόμαστε και στη χώρα μας όταν θεωρούμε πχ ότι οι πολιτικές των ανεπτυγμένων χωρών είναι ο μόνος λόγος για τα δεινά του Τρίτου Κόσμου, υπονοώντας ότι το ίδιο ισχύει και τη δική μας περίπτωση.

-η επιχειρηματικότητα και η εργασία είναι ουσιαστικές για την ανάπτυξη μιας χώρα. Κοινωνίες που εκτιμούν υπερβολικά τον ελεύθερο χρόνο και την "αξιοσέβαστη ζωή" (σταθερό εισόδημα με λίγη δουλειά πχ σε κλειστές αγορές ή το Δημόσιο) θα μείνουν πολύ πίσω, άμεσα ή σταδιακά, από εκείνες που εργάζονται αδιάκοπα.

-Η κοινωνική ετοιμότητα για τον εκσυγχρονισμό μιας κοινωνίας είναι απείρως σημαντικότερη από την τεχνολογία, όσο κι αν η τεχνολογία είναι σημαντική. Ορισμένες κοινωνίες, σε κάποιες ιστορικές συγκυρίες, κάνουν την υπέρβαση και προχωρούν μπροστά. Άλλες όχι.

-Οι αποκλεισμοί, για οποιοδήποτε λόγο, είναι αντιπαραγωγικοί -εκτός από αντιδημοκρατικοί. Πχ αποκλείοντας τις γυναίκες από την οικονομία και την πολιτική, καταστρέφεις τα μισά από τα ταλέντα μιας χώρας. Αποκλείοντας τις μειονότητες ή τους μετανάστες παθαίνεις ακριβώς το ίδιο. Όλα αυτά κοστίζουν πολλαπλάσια σε βάθος χρόνου.

Ο Λαντς χρησιμοποιεί εκτενώς την ιστορική ανάλυση και διάφορα στατιστικά στοιχεία, καταφέρνοντας να συνδέσει τον οικονομικό φιλελευθερισμό με το βεμπερισμό και μια πτυχή της μαρξιστικής ανάλυσης ενώ κατηγορήθηκε για ευρωκεντρισμό και ότι χρησιμοποίησε θεωρίες που τις αντιπαθούν μερικές σχολές σκέψης. Η απάντηση του Λαντς ήταν ότι οι χώρες που καταφέρνουν να εκσυγχρονιστούν ακολουθούν παραινέσεις σαν τις δικές του, όχι των αντιπάλων του. Οι επικριτές του είναι κυρίως σινολόγοι, ανατολιστές και επιστήμονες συναφών πεδίων.

Η δική μου γνώμη είναι ότι θεωρίες "αιρετικές" -δηλαδή χωρίς ρητές ιδεολογικές αρχές -που συνθέτουν τα ορθότερα πορίσματα από την οικονομική επιστήμη είναι οι εγκυρότερες σε μια παγκοσμιοποιημένη εποχή, όπου όλες οι βεβαιότητες ανατρέπονται διαρκώς. Εκτός από τις θεωρίες του Λαντς, πολύ χρήσιμη είναι η Νέα Οικονομική Γεωγραφία και η θεωρία για το μονοπωλιακό ανταγωνισμό. 

Δυστυχώς, προς το παρόν, αυτές οι θεωρίες δεν εμπνέουν πολύ τον πολιτικό διάλογο που γίνεται στην Ελλάδα. Ίσως από μόνο του αυτό να είναι ενδεικτικό για την αδυναμία μας να επιτύχουμε τις συναινέσεις που χρειάζονται για να ξεπεράσουμε την οικονομική κρίση. Πάντως, καθώς οι συναινέσεις θα γίνονται το ζητούμενο, όλο και πιο συχνά, θα χρειαστεί να συνθέσουμε πολλές και αρκετά διαφορετικές θεωρίες και ιδεολογίες. Είναι το επόμενο στοίχημα για τη χώρα.



Διαβάστε:


Ντ. Λαντς (1997), Ο Πλούτος και η Φτώχεια των Εθνών, Εκδόσεις Λιβάνη
Ντ. Λαντς (1969/ 2009), Ο Προμηθέας Χωρίς Δεσμά, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Πότε είμαστε σίγουροι ότι γνωρίζουμε;

....μόνο σίγουροι, γιατί βέβαιοι δεν είμαστε ποτέ.

Αν διαβάσετε Όμηρο ή βιβλία των αρχαίων Αιγυπτίων ή την Παλαιά Διαθήκη θα δείτε ότι για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο του κειμένου, υπάρχει μια εξήγηση μεταφυσική, συνήθως η παρέμβαση κάποιου θεού ή θεάς. Λίγο αργότερα οι μυστηριακές θρησκείες (πχ ορφισμός) βασίζονται σε μια γνώση περισσότερο βιωματική, πχ μέσα από οργιαστικές τελετές και γερή οινοποσία. Οι Πυθαγόρειοι χρησιμοποιούν την αριθμητική ως συμβολισμό, αναζητώντας την αποκάλυψη αληθειών που προϋπάρχουν.

Σημείο καμπής στα παραπάνω, είναι ο ορθός λόγος που αναπτύχθηκε, κυρίως από τους σωκρατικούς και τους σοφιστές και εφαρμόστηκε ακόμη και από θεατρικούς συγγραφείς ή το Θουκυδίδη. Οι πρώτοι θεωρούσαν ότι οι αλήθειες έχουν γενική ισχύ, οι δεύτεροι επέμεναν στα ειδικά θέματα. Αν και οι εργασίες όλων τους αναπτύσσονται σε μια αφηρημένη, μη θεολογική γλώσσα (γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας), αρκετές φορές βασίζουν την υπόθεσή τους σε κάποιο μύθο, σε ένα ρητό κάποιου από τους Επτά Σοφούς ή ενός ποιητή που έχαιρε γενικής εκτίμησης. Πλέον, μη ορθολογικές εξηγήσεις εξοστρακίζονται από το διάλογο μεταξύ των διανοουμένων. Οι μαρτυρίες και οι πηγές που χρησιμοποιούνται είναι εγνωσμένου κύρους και αξίας, ακόμη και άσπονδοι ιδεολογικοί αντίπαλοι δεν καταδέχονται να χρησιμοποιήσουν αμφίβολες πηγές, μόνο και μόνο επειδή τους εξυπηρετούν.

Την επόμενη περίοδο, οργανώνονται καλύτερα οι διάφορες σχολές σκέψης, η Ακαδημία, το Λύκειο και οι διάφορες Στοές. Το αποκορύφωμα όμως είναι το Μουσείο στην Αλεξάνδρεια, το οποίο χρησιμοποιείται για μακροχρόνιες παρατηρήσεις, πειράματα, εφευρέσεις και πολλά άλλα. Αιτίες αυτής της εξέλιξης ήταν η Γεωμετρία και η επιστημονική μέθοδος, εν γένει.

Η Γεωμετρία του Ευκλείδη ήταν, μερικές φορές, άκρως εκνευριστική ακόμη και για τους βασιλείς ή τους σοφούς. Με ελάχιστες παραδοχές (αξιώματα) και την υποθετικοεπαγωγική μέθοδο χτίστηκε ένα επιστημονικό πεδίο που δεν ανεχόταν εσωτερικές αντιφάσεις, τα θεωρήματα είχαν οικουμενική ισχύ, ενώ είχε τεράστια οικονομική σημασία αφού μετρούσε επιφάνειες και βοηθούσε στην κατασκευή κτιρίων και μηχανών -προϊόντα περιζήτητα στη διεθνοποιημένη οικονομία της εποχής. Υπήρχε και άλλο πρόβλημα, όμως. Για τη Γεωμετρία, το κύρος αυτού που υποστήριζε κάτι δεν είχε καμία αξία, ένας νέος ή ένας δούλος μπορούνε να έχει δίκαιο και ένας ισχυρός της εποχής άδικο. Κάπως έτσι αναπτύχθηκαν οι Κωνικές Τομές, η τριγωνομετρία, ακόμη και μη ευκλείδειες γεωμετρίες, προκειμένου να διευκολύνονται οι μηχανικοί της εποχής στις κατασκευές που τους ανέθεταν τα βασίλεια και οι πόλεις -κράτη. Κάτι αντίστοιχο συνέβη πρόσφατα με τη Στατιστική και τους υπολογιστές. 

Η ορολογία, στοιχείο της επιστημονικής μεθόδου, αναπτύχθηκε, ως ιδέα, από τον Ηρόφιλο. Ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει κοινές λέξεις με νέα έννοια, πχ τραπέζιο (= τραπέζι) ονομάστηκε το γνωστό σχήμα. Πάλι ο Ηρόφιλος έγραψε: "ας περιγραφούν πρώτα τα φαινόμενα, αν και δεν είναι τα πρώτα", προτάσσοντας έτσι τη σημασία του φαινομένου που μελετάται, αντί της θεωρίας που, ενδεχομένως, συμφέρει τον κάθε επιστήμονα χωριστά όταν ξεκινά την εργασία του.

Στο Μουσείο και σε άλλους οργανισμούς δούλευαν συστηματικά για κατανοήσουν τον κόσμο. Προϊόντα αυτής της δουλειάς ήταν εκπληκτικά, αν και τα περισσότερα χαμένα και άγνωστα σήμερα, τεχνολογικά επιτεύγματα. Όλα αυτά άρεσαν πολύ στους ισχυρούς της εποχής, καθώς αύξησαν τη δύναμή τους στα πεδία των μαχών και τους εμπορικούς δρόμους. Όμως, η εξέλιξη της επιστήμης πρόσφερε διάφορες εκκεντρικές, εκνευριστικές ή αστείες θεωρίες ή πρακτικές, όπως πχ ότι η γη είναι σφαιρική, ότι η η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο, ότι οι ωκεάνιες μάζες μετακινούνται -αποδείχθηκε το 19ο αιώνα -ότι θεόσταλτες νόσοι θεραπεύονται, ότι τα ανθεκτικά κράματα ή οι εκρήξεις χημικών "κοκταίηλ" επάνω στα πολεμικά πλοία δεν ήταν προϊόντα θεϊκής παρέμβασης αλλά της Χημείας. Όλα αυτά ξεσήκωσαν αρκετούς, όχι μόνο τους ιερείς, αλλά, δυστυχώς, και φιλοσόφους που πίστευαν ότι απειλούνταν η επίσημη τάξη πραγμάτων -ίσως και η φήμη τους.

Επομένως, το Μουσείο αποκεφαλίστηκε, με την επιστημονική ηγεσία του να εξοντώνεται και να εξορίζεται από τη χώρα, και οι επιστήμες διορθώθηκαν. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος επινόησε μια σεμνή γεωκεντρική θεωρία, εξήγησε πως οι αστερισμοί και οι ωροσκόποι επηρεάζουν το μέλλον των ανθρώπων -αν η φίλη σας υπολόγισε την ερωτική σας συναστρία, τότε χρησιμοποίησε τις ίδιες μεθόδους -και θεωρήθηκε αυθεντία στην Αστρονομία, ενώ ο Αρίσταρχος θεωρήθηκε παράλογος. Η Χημεία εμπλουτίστηκε με φιλοσοφικές περικοκλάδες και έδωσε τη θέση της στην Αλχημεία, με τους σημερινούς ιστορικούς να απορούν πως με λάθος μέθοδο οι αλχημιστές έβγαζαν σωστά συμπεράσματα. Τα Μαθηματικά έπαψαν να εξελίσσονται και να χρησιμοποιούνται στις πάσης φύσεως κατασκευές, ώστε πολλοί σήμερα να θεωρούν, εσφαλμένα, ότι αναπτύχθηκαν από χόμπι και όχι για να δώσουν λύσεις. Ο Γαληνός άσκησε την ιατρική βασισμένος στη διαίσθησή του και δε χρειάστηκε να κάνει πειράματα, όπως ο Ηρόφιλος.

Τελείως, φυσιολογικά, στο Μεσαίωνα ξεχάστηκε ακόμη και αυτό το υβρίδιο επιστήμης και δεισιδαιμονίας  και αξιοποιήθηκαν μόνο οι μέθοδοι του Αριστοτέλη, κυρίως, και του Πλάτωνα, κατά διαστήματα. Δεν ήταν λίγο αλλά απείχε πάρα πολύ από την έξαρση της ανθρώπινης γνώσης κατά την ελληνιστική εποχή. Ο Φράνσις Μπέικον κριτικάροντας τον αριστοτελισμό του 17ου αιώνα αφυπνίζει πολλούς Ευρωπαίους αλλά και αυτός χρησιμοποιεί αριστοτελικές μεθόδους για τεκμηριώσει τη θέση του. Η μεγάλη αλλαγή (ή επαναφορά της επιστημονικής μεθόδου, αν προτιμάτε) θα γίνει, όμως, με το Γαλιλαίο, ο οποίος χρησιμοποιεί το πείραμα, τα μαθηματικά και την αναφορά σε έργα προηγούμενων μελετητών -πάνω -κάτω, ό,τι κάνουμε και σήμερα. Στα οικονομικά, ο Σμιθ χρησιμοποιεί πρωτογενή στοιχεία και την ιστορική ανάλυση, ενώ ο Ρικάρντο, με το υπόδειγμά του, είναι ίσως ο πρώτος φορμαλιστής στις κοινωνικές επιστήμες.

Γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά κυριακάτικα; Είναι που πρόσφατα μερικοί διάσημοι οικονομολόγοι δήλωσαν, ευθέως ή εμμέσως, ότι έκαναν λάθος σχετικά με το GRexit και η Ελλάδα θα παραμείνει στην ευρωζώνη. Θυμηθείτε ότι όσο περισσότερο στηριζόμαστε στην αυθεντία ή, θου κύριε, στη μεταφυσική, τόσο πιο σαθρό είναι το έδαφος επάνω από το οποίο μιλάμε -αν και κάποιες φορές δε γίνεται αλλιώς, αφού η Σοφία (Wisschenschaft) είναι διαφορετική από την Επιστήμη (Science). Πάντως, όσο μιλάμε ειδικά, χρησιμοποιούμε μαθηματικά μοντέλα (γόνιμα, όχι αυτιστικά) και αποφεύγουμε τις προβλέψεις, τόσο χρησιμότερες είναι οι συμβουλές μας. Κάπου εκεί ατύχησαν και οι οικονομολόγοι. Αντί να εστιάζουν, στην αρθρογραφία τους, στο ειδικό, πχ πως μπορούν να προκύψουν συνέργειες ανάμεσα στη ναυτιλία, τα ναυπηγεία και τα λιμάνια (φορείς) της χώρας, εστίαζαν στο γενικό (το νόμισμα που  θ α  έχει η χώρα). Αντί να εξετάζουν τα πρωτογενή στοιχεία της χώρας -από τη Eurostat ή, έστω το Google Earth -βασίζονταν στο κύρος τους, σε κάποιους κανονισμούς της δανειακής σύμβασης ή των αποφάσεων των συνόδων κορυφής ή της ΕΚΤ που θα τους ήθελαν διαφορετικούς ή, ακόμη χειρότερα, σε δηλώσεις πολιτικών ή αναλυτών με πολύ λιγότερο κύρος από τους ίδιους. Και μου φαίνεται ότι, σταδιακά, αντί να εστιάζουν στα φαινόμενα, εστίαζαν στις θεωρίες τους, προσπαθώντας να τις σώσουν. (Από την παραπάνω κριτική εξαιρείται, ούτως ή άλλως, ο Κρούγκμαν και ο Στίγκλιτς, των οποίων η άποψη βιάζεται κατ' εξακολούθηση στην Ευρώπη και, ιδίως, στην Ελλάδα, από όσους θα ήθελαν μια περισσότερο φιλολαϊκή πολιτική στο εσωτερικό της χώρας.)

Τα παραπάνω βέβαια είναι πταίσματα σε μια χώρα που οι ηγέτες της επαίρονται για την προνομιακή σχέση που έχουν με τους Ουρανούς.



Διαβάστε:
(για τα επιτεύγματα της επιστήμης της Ελληνιστικής εποχής) Russo, L. (2006) Η λησμονημένη επανάσταση: Πως η επιστήμη γεννήθηκε το 300 π.Χ. και γιατί έπρεπε να ξαναγεννηθεί, Δίαυλος

(για το πως προκύπτουν στην πράξη οι επιστημονικές ανακαλύψεις) Γούτσον, Τζ. (1968/2010), Η Διπλή Έλικα, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Μερικές ιδέες αποδίδουν

Η Ολλανδία γεννήθηκε το 17ο αιώνα, μέσα από ένα διμέτωπο αγώνα. Από τη μια η Ισπανική Αυτοκρατορία, από την άλλη η θάλασσα. Οι Ισπανοί έφυγαν από τη χώρα μετά από αγώνες δεκαετιών, ενώ η θάλασσα σταδιακά υποχώρησε. Και οι δύο εξελίξεις οφείλονται στη συστηματική και συντονισμένη προσπάθεια των Ολλανδών, γεγονός που σφυρηλάτησε από πολύ νωρίς την ενότητα της ολλανδικής κοινωνίας.

Οι Ολλανδοί -κυρίως οι Δήμοι και οι Συντεχνίες -περιόρισαν σημαντικά τη δύναμη του βασιλιά -αν και δεν κατάφεραν, εκείνη την εποχή, να πετύχουν τη διάκριση των εξουσιών. Αυτή ήταν η πρώτη καλή ιδέα που είχαν οι Ολλανδοί. Δεν ήταν όμως η μόνη.

Οι Ολλανδοί έδειξαν μια σαφή προτίμηση στην ανεξιθρησκεία. Στην Ευρώπη μαίνονταν, με μεγάλη αγριότητα, ο Τριακονταετής Πόλεμος ανάμεσα σε Καθολικούς και Διαμαρτυρόμενους -ακόμη και βασιλιάδες έπεφταν νεκροί στα πεδία των μαχών. Τότε, μερικοί σοφοί από την Ολλανδία πρότειναν ότι, αντί να γίνεται μακελειό σε όλη την Ευρώπη για το αν η θεία μετάληψη πρέπει να λαμβάνεται με όστια ή όχι, είναι καλύτερα καθένας να κάνει ό,τι θέλει και να κρίνεται για τις επιλογές του από το Θεό. Η Ευρώπη, τελικά, συμμερίστηκε αυτή την άποψη το 1648 με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας.

Η ανεκτικότητα απέναντι στα άλλα δόγματα και τις άλλες θρησκείες οδήγησε πολλούς Ιταλούς εμπόρους, τραπεζίτες και τεχνίτες να εγκαθίστανται εκεί, όταν νικιόταν στους πολιτικούς αγώνες στην Ιταλία και κινδύνευαν. Τελείως φυσιολογικά, ένα μέρος από τους Γάλλους Ουγενότους -που είχαν μεγάλη κλίση στο εμπόριο, τη ναυτιλία και τη βιοτεχνία -κατέληξαν εκεί έπειτα από το διωγμό τους. Αλλά και οι Εβραίοι ήταν ευπρόσδεκτοι -ιδίως όσοι γνώριζαν αστρονομία, χαρτογραφία και άλλες επιστήμες που διευκόλυναν το εμπόριο. Όλα αυτά οδήγησαν σε μια εκπληκτική ανάπτυξη, ιδίως αν κοιτάξει κανείς τα δημογραφικά μεγέθη της χώρας.

Η κεντρική τράπεζα ήταν μια άλλη πρωτότυπη ιδέα των Ολλανδών για να αποφεύγονται προβλήματα με την κυκλοφορία του χρήματος, την ανταλλαγή ξένων νομισμάτων κλπ. Η μεταφορά της ευθύνης της κυκλοφορίας χρήματος από το βασιλιά σε μια ανεξάρτητη τράπεζα βοήθησε σημαντικά στη σταθερότητα της οικονομίας.

Δεδομένου ότι η κυβερνώσα δυναστεία της Οράγγης ήταν μονίμως χρεωμένη, οι σκληρά εργαζόμενοι πολίτες φρόντισαν να διαχωρίσουν το ιδιωτικό χρέος του βασιλιά από το δημόσιο χρέος της χώρας -για πρώτη φορά στην Ιστορία. Η κοινωνία δεν ήταν πλέον υπόλογη για τις προσωπικές επιλογές του μονάρχη. 

Τότε, λοιπόν, άρχισε σταδιακά να χτίζεται μια μεγάλη εμπορική και αποικιακή δύναμη, με εξαιρετική οργάνωση και προοπτική. Οι Ολλανδοί της εποχής δεν περιορίστηκαν μόνο στην απόκτηση πλούτου έδειξαν αδυναμία και στον πολιτισμό με μια σαφή προτίμηση στο θέατρο και τη ζωγραφική. Πολλές παραγγελίες του Ρέμπραντ προέρχονταν, μάλιστα, από τις συντεχνίες. Η ορμητικότητα των Ολλανδών ήταν τόσο μεγάλη που όταν οι Whings στην Αγγλία στασίασαν εναντίον των Στιούαρτ και τους κάλεσαν σε βοήθεια, εκείνοι κατάφεραν να νικήσουν τον στρατό των Άγγλων καθολικών και να εγκαταστήσουν στο Μπάκιγχαμ τους δικούς τους βασιλείς Γουλιέλμο και Μαρία. Τους αποχωρίστηκαν χωρίς πρόβλημα -ένας βασιλικός θρόνος δε χηρεύει, οι μνηστήρες είναι πάντα πολλοί.

Ο Γουλιέλμος και η Μαρία έφεραν μαζί τους τις καλές ιδέες των Ολλανδών, οι οποίες προστέθηκαν στις καλές ιδέες και συνήθειες των Βρετανών -το ανεξάρτητο κοινοβούλιο, την καταδεκτική  -τότε, όχι τώρα -στους αστούς και τους ξένους αριστοκρατία και την τάση για περιπέτεια. Σταδιακά, οι Βρετανοί διαχώρισαν την εξουσία της κυβέρνησης και των δικαστηρίων από αυτή του βασιλιά και έβαλαν τις βάσεις για τη δική τους κυριαρχία. Οι Ολλανδοί δεν κατάφεραν να τους ακολουθήσουν και τον επόμενο αιώνα έχασαν αρκετή από τη δύναμή τους στην Ευρώπη. Αλλά όχι για πολύ. Ο Άνταμ Σμιθ διαπίστωσε το 1776 ότι στην Ολλανδία τα επιτόκια ήταν ελαφρώς χαμηλότερα από ό,τι ήταν στην Αγγλία, επομένως, η οικονομία της ήταν ακόμη αρκετά ανταγωνιστική. Χρειάστηκε να γίνει η πρώτη βιομηχανική επανάσταση στη Βρετανία και να εμπλακεί η Ευρώπη στους ναπολεόντειους πολέμους για να καταφέρουν οι Βρετανοί να μείνουν μόνοι παγκόσμιοι κυρίαρχοι.

Νομίζω ότι εύκολα καταλαβαίνουμε, ιδίως σήμερα, ότι η ανεκτικότητα στους ξένους, η ανεξαρτησία των οικονομικών θεσμών από την πολιτική εξουσία και ο καλύτερος έλεγχος των πολιτών επάνω στα δημόσια οικονομικά μπορούν να έχουν καταλυτικές συνέπειες στην πορεία μιας χώρας. Στην ανάγκη, αν δεν μπορούμε οι ίδιοι να πρωτοτυπήσουμε, πράγμα δύσκολο, ούτως ή άλλως, μπορούμε κάλλιστα να υιοθετήσουμε τους τρόπους των άλλων. Το έκαναν, πέρα από τους Βρετανούς, πάρα πολλοί στην Ιστορία και δε ζημιώθηκαν καθόλου. Προφανώς, δεν προβλέπεται να εξελιχθεί σε σπουδαία πολιτική δύναμη μια χώρα δέκα εκατομμυρίων κατοίκων, έστω κι αν βρίσκεται σε γεωπολιτικό σταυροδρόμι. Η οικονομική δύναμη, όμως, είναι πολύ πιο εύκολα προσβάσιμη σε μια κοινωνία που προσπαθεί  συστηματικά και συντεταγμένα.