Γιατί είναι τόσο σημαντικές οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα του 2013; Μήπως είμαστε σχολαστικοί όσοι δε μας αρκεί απλώς μια αλλαγή αλλά θέλουμε να γίνει και σωστά; Μήπως είμαστε υπερβολικοί που θέλουμε ταυτόχρονα οικονομικό και θεσμικό εκσυγχρονισμό; Τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία αρνείται πεισματικά να αλλάξει υπόδειγμα; Ή, όταν αλλάζει υπόδειγμα μόνο κατ' επίφαση;
Γιατί να μην καμουφλάρουμε το σημερινό σύστημα, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί; Γιατί χρειάζεται να υλοποιηθούν δομικές αλλαγές και δεν αρκούν μερικά "μερεμέτια", έτσι "για τα μάτια του κόσμου";.. Γιατί χρειαζόμαστε opengov -ή, τέλος πάντων, κάτι αντικειμενικό -αντί για συντοπίτες του εκάστοτε πρωθυπουργού, ενιαία αρχή για τους δημόσιους διαγωνισμούς, επιχειρήσεις που μπορούν να σταθούν στο διεθνή ανταγωνισμό και άλλα πολλά γνωστά και χιλιοειπωμένα;
Γιατί να μη δοκιμάσουμε κάτι εναλλακτικό; Πχ το σύστημα της Κούβας ή το δρόμο της Αργεντινής ή τον Δ΄Ελληνικό Πολιτισμό -ο Γ΄ ήταν του Μεταξά; Γιατί να μη στοχεύσουμε σε κάτι "μεγαλειώδες", όπως πχ η ήττα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού ή καπιταλισμού ή ένας θαυμαστός νέος κόσμος χωρίς μετανάστες και Εβραίους -και ποιος ξέρει ποιους άλλους;
Καθώς η χώρα τείνει να ισορροπήσει, η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι σημαντική, αν θέλουμε στη χώρα θεσμικές και οικονομικές αλλαγές που θα πείσουν και θα υποστηριχτούν από σημαντικό μέρος της κοινωνίας. Όχι από όλους, βέβαια, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά από πολλούς. Είναι σημαντικό ο εκσυγχρονισμός να στηρίζεται σε ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες, προκειμένου να είναι μακράς πνοής και όχι υπόθεση ενός ή λίγων πολιτικών προσώπων.
Η Ελλάδα του 2013 φαίνεται πεπεισμένη ότι το υπόδειγμα των προηγούμενων δεκαετιών -βασισμένο στο κράτος για προσλήψεις, επιδοτήσεις και δανεισμό -δε λειτουργεί πλέον. Παρόλα αυτά διστάζει να υιοθετήσει κάποιο νέο υπόδειγμα, ή έστω μία, επιμέρους, καινοτομία. Εκτός από τα αίτια αυτής της στάσης, τα οποία έχουν αναλυθεί ικανοποιητικά στην εποχή της κρίσης, μεγάλη σημασία έχουν και οι δυνητικές μακροπρόθεσμες -τις βραχυπρόθεσμες, τις βιώνουμε καθημερινά -επιπτώσεις αυτού του δισταγμού.
Η Ελλάδα του 2013 φαίνεται πεπεισμένη ότι το υπόδειγμα των προηγούμενων δεκαετιών -βασισμένο στο κράτος για προσλήψεις, επιδοτήσεις και δανεισμό -δε λειτουργεί πλέον. Παρόλα αυτά διστάζει να υιοθετήσει κάποιο νέο υπόδειγμα, ή έστω μία, επιμέρους, καινοτομία. Εκτός από τα αίτια αυτής της στάσης, τα οποία έχουν αναλυθεί ικανοποιητικά στην εποχή της κρίσης, μεγάλη σημασία έχουν και οι δυνητικές μακροπρόθεσμες -τις βραχυπρόθεσμες, τις βιώνουμε καθημερινά -επιπτώσεις αυτού του δισταγμού.
Προκειμένου να χαρτογραφήσουμε τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την έλλειψη ή την ατελή εφαρμογή του εκσυγχρονισμού, ας στραφούμε στην Ιστορία, σε μια δεκαετία σημαδιακή. Το 1910 στον κόσμο υπήρχαν έξι αυτοκράτορες: στη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Ρωσία, την Κίνα, την Αυστρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το 1920 επιβίωναν μόνο δύο, ο Βρετανός και ο Ιάπωνας μονάρχης. Η προφανής εξήγηση είναι ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος διέλυσε τα πάντα (αν και όχι στην περίπτωση της Κίνας) και βύθισε δυναστείες αιώνων. Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένα αιματηρό και οδυνηρό επεισόδιο (όχι αναγκαίο, φυσικά) μιας μακράς και εξελικτικής διαδικασίας εκσυγχρονισμού του δυτικού κόσμου, η οποία, κατά περιόδους και κατά τόπους, πηγαίνει πολύ στραβά. Αυτή η διαδικασία εκσυγχρονισμού άρχισε πολύ πριν τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και όποια χώρα απέτυχε να προσαρμοστεί εγκαίρως το πλήρωσε, νωρίτερα ή αργότερα. Σε αντίθεση με τις κοινωνίες του 18ου αιώνα, σήμερα γνωρίζουμε καλύτερα τα οφέλη αλλά και τα όρια του εκσυγχρονισμού.
Η πρώτη βιομηχανική επανάσταση έφερε το εργοστασιακό σύστημα, την ατμομηχανή και το σιδηρόδρομο, τις ομόρρυθμες εταιρίες, τις τεχνικές σχολές, το πάντρεμα της οικονομίας και της επιστήμης. Η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση έδωσε τη βιομηχανική καινοτομία, τη μαζική παραγωγή και την τυποποίηση, τη μηχανή εσωτερικής καύσης και τον ηλεκτρισμό, τις ανώνυμες εταιρίες, την καθετοποίηση, τους ουρανοξύστες και την πολεοδομία, το μάνατζμεντ και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τη μαζική σχολική εκπαίδευση, τα ερευνητικά κέντρα υψηλού κύρους και χωρίς υποχρεώσεις διδασκαλίας. Οι χώρες που προκάλεσαν ή αφομοίωσαν πρώτες την πρώτη βιομηχανική επανάσταση (ΗΒ, Γαλλία, Βέλγιο), ήταν άλλες από αυτές που προκάλεσαν τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση (ΗΠΑ, Γερμανία και, αργότερα, Ιαπωνία).
Επίσης, η πρώτη ομάδα κατάφερε να αφομοιώσει πλήρως τις αλλαγές που επέφερε η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση μόνο μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο Το γεγονός αυτό το πλήρωσαν με δεινές ήττες στους παγκόσμιους πολέμους και με μαζική ανεργία, κατά περιόδους. Επίσης, υιοθέτησαν μια δυσπιστία για τους νεόπλουτους της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης και τις μεθόδους τους, η οποία δυσπιστία διατηρείται, εν μέρει, ως σήμερα. Δε φαίνεται τόσο στον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι εμφανής, όμως, στην κουλτούρα. Κατά τη γνώμη του "παλαιού χρήματος", στις ιστορικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, πριν από ένα αιώνα, οι νεόπλουτοι στις αμερικανικές, γερμανικές και ιαπωνικές μητροπόλεις έκαναν πράγματα αντίθετα στις κατεστημένες αξίες: δούλευαν τα ΣΚ, αντί να κάνουν σπορ ή να χαρτοπαίζουν, διαφήμιζαν τα προϊόντα τους, ακόμη και στα λαϊκά στρώματα, έγραφαν τα εγχειρίδια χρήσης στη γλώσσα των χωρών που τα εξήγαγαν, αντί να περιμένουν από τους ξένους να μάθουν τη δική τους γλώσσα. Σταδιακά, οι νέες αγορές κατακτήθηκαν από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και -στην Άπω Ανατολή μόνο -την Ιαπωνία. Επίσης, οι Αμερικανοί και οι Γερμανοί έδειξαν ενδιαφέρον και για νέα πράγματα, όπως ο σωστός σχεδιασμός του χώρου, ιδίως στις υποδομές και τη χωροθέτηση των επιχειρήσεων. Το οδυνηρό συμπέρασμα για τους Βρετανούς και τους Γάλλους ήταν ότι η εμμονή στο παλιό υπόδειγμα, όταν ο κόσμος αλλάζει, κοστίζει χρήμα.
Ό,τι ήταν οι δύο βιομηχανικές επαναστάσεις στο χώρο της οικονομίας, ήταν η Γαλλική Επανάσταση στο χώρο της πολιτικής. Μέχρι τότε η πρόοδος των ευρωπαϊκών χωρών (διάκριση εξουσιών, ατομικές ελευθερίες κλπ), στους τόπους και στο βαθμό που υπήρχε, ήταν προϊόν ανοιχτόμυαλων αρχουσών τάξεων ή κάποιων φωτισμένων μυαλών. Από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, η κοινωνία απαιτούσε αλλαγές. Το βασικό σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης άλλαζε πλήρως όσα ήθελε μια κοινωνία από τους ηγέτες της: ελευθερία -ισότητα -αδελφότητα. Η ελευθερία δεν τελείωνε στην πολιτική, επεκτείνονταν και στην οικονομία. Η ισότητα δεν αφορούσε μόνο την ισονομία και την ισοπολιτεία, αφορούσε και την αξιοκρατία -προνόμια λόγω καταγωγής δεν ήταν πλέον καθόλου αυτονόητα, όσον αφορά τις δημόσιες θέσεις, την είσοδο στα πανεπιστήμια κλπ. Η αδελφότητα σήμαινε μια υπέρβαση των χωρικών, ταξικών και εθνικών φραγμών, από τους πολίτες, υπό την επιρροή των νέων, κοσμικών ιδεών.
Όπου τα παλαιά καθεστώτα ήταν αντιδραστικά ή η αστική τάξη ολιγωρούσε, η κοινωνία απαιτούσε ακόμη πιο επιτακτικά αλλαγές, ακόμη και με τη βία. Μέχρι που νικούσε η μία από τις δύο παρατάξεις. Ως τον επόμενο γύρο διαμάχης, φυσικά. Ωσότου τελικά να γίνει ένας αργός -και ατελής, σε κάποιες χώρες -εκδημοκρατισμός. Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα είναι ότι η εμμονή στο παλιό υπόδειγμα κοστίζει χρόνο -περιλαμβανομένων όλων των ευκαιριών που χάνονται στην οικονομία και την ανάπτυξη. Και, όπως έλεγε ο Ναπολέων, ο άνθρωπος που έκανε πράξη και διαφήμιση σε όλη την Ευρώπη πολλά από τα αιτήματα της Γαλλικής Επανάστασης, "οι χαμένες αυτοκρατορίες ξανακερδίζονται, ο χαμένος χρόνος ποτέ".
Όπου τα παλαιά καθεστώτα ήταν αντιδραστικά ή η αστική τάξη ολιγωρούσε, η κοινωνία απαιτούσε ακόμη πιο επιτακτικά αλλαγές, ακόμη και με τη βία. Μέχρι που νικούσε η μία από τις δύο παρατάξεις. Ως τον επόμενο γύρο διαμάχης, φυσικά. Ωσότου τελικά να γίνει ένας αργός -και ατελής, σε κάποιες χώρες -εκδημοκρατισμός. Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα είναι ότι η εμμονή στο παλιό υπόδειγμα κοστίζει χρόνο -περιλαμβανομένων όλων των ευκαιριών που χάνονται στην οικονομία και την ανάπτυξη. Και, όπως έλεγε ο Ναπολέων, ο άνθρωπος που έκανε πράξη και διαφήμιση σε όλη την Ευρώπη πολλά από τα αιτήματα της Γαλλικής Επανάστασης, "οι χαμένες αυτοκρατορίες ξανακερδίζονται, ο χαμένος χρόνος ποτέ".
Μια σύνθετη εξελικτική διαδικασία είναι πάντα δύσκολη για όλους. Μερικοί από τους "κινητήρες" της Β΄ βιομηχανικής επανάστασης άργησαν πολύ να αφομοιώσουν τις πολιτικές αλλαγές και τα πρότυπα της Γαλλικής Επανάστασης. Οι Γερμανοί πρώτα ηττήθηκαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά απέκτησαν κυβέρνηση υπόλογη στο Κοινοβούλιο, αντί στον αυτοκράτορα -μόλις τον Οκτώβρη του 1918 και κατ' απαίτηση των νικητών του πολέμου. Οι Ιάπωνες, ακόμη πιο αργά, τη δεκαετία του 1950... Για λόγους σύγκρισης, στην Ελλάδα η "αρχή της δεδηλωμένης" ισχύει από το 1875. Το πόσο κόστισε στις δύο χώρες η απουσία κάθε ελέγχου στις κυβερνήσεις τους, είναι πολύ γνωστό.
Εκτός από τις δύο ομάδες χωρών που προαναφέρθηκαν, υπήρξε και μια τρίτη: οι αυτοκρατορίες που αρνήθηκαν ή απέτυχαν να υιοθετήσουν, πρακτικά, τις αλλαγές οποιασδήποτε από τις επαναστάσεις που μιλήσαμε. Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι αυτοκρατορίες που δοκιμάστηκαν σκληρά κατά τη δεκαετία του 1910. Ας μείνουμε στην πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση: τη Ρωσία. Τόσοι συμπατριώτες μας τη θαυμάζουν, από τη Δεξιά και την Αριστερά, όποτε αξίζει τον κόπο να τη δούμε αναλυτικά.
Σε ολόκληρο το 19ο αιώνα, η Ρωσία περιλαμβάνονταν στις Μεγάλες Δυνάμεις, από τον τύπο της εποχής. Υπήρχε η εντύπωση -σωστή ως επί το πλείστο αλλά όχι εντελώς -ότι εκείνη κατανίκησε τη Μεγάλη Στρατιά της Γαλλίας και, γενικότερα, ο δημογραφικός όγκος ήταν τέτοιος που εντυπωσίαζε όλους τους ξένους παρατηρητές. Και όμως... Η Ρωσία αρνήθηκε να υιοθετήσει τις καινοτομίες του 19ου αιώνα στην πολιτική, την οικονομία και την επιστήμη, στις καλές περιόδους, και το πλήρωσε ακριβά. Ήττα στην Κριμαία από την Αγγλία και τη Γαλλία, ήττα στην Άπω Ανατολή από τη "νέα" (στο διεθνή χώρο) Ιαπωνία, ήττες από τους Γερμανούς στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Κάθε καταστροφή έδινε μια μικρή ώθηση, τουλάχιστον στους θεσμούς. Μετά την Κριμαία, καταργήθηκε η δουλοπαροικία, μετά το ρωσοϊαπωνικό πόλεμο, συγκροτήθηκε η Δούμα. Και τι γινόταν μετά; Αντί να συζητούν για το μέλλον, οι Ρώσοι συζητούσαν για το παρελθόν. Καλώς έγινε η αλλαγή ή κακώς; Πρέπει να υπάρχουν δουλοπάροικοι σε μια κοινωνία; Πρέπει να υπάρχει Κοινοβούλιο; Μήπως ήρθε το τέλος της Μητέρας Ρωσίας; Αυτό συνεχίζονταν μέχρι την επόμενη καταστροφή, η οποία δεν αργούσε πολύ. Επομένως, αν και το νέο υπόδειγμα πρέπει να κρίνεται, δεν μπορεί η κριτική να γίνεται με όρους μιας διαρκούς και ανεδαφικής νοσταλγίας για το παλιό υπόδειγμα. Για λόγους σύγκρισης, τέτοια διλήμματα δεν είχαν λαοί σε πολύ χειρότερη μοίρα. Το Σύνταγμα της Α΄ Εθνοσυνέλευσης όριζε ρητά ότι όποιος γεννιέται ή βρίσκεται στην Ελλάδα, είναι ελεύθερος.
Στην ανάπτυξη τα πράγματα ήταν, επίσης άσχημα. Η ρωσική αριστοκρατία ήταν πολύ απασχολημένη με το να μοιράζεται τις κρατικές θέσεις και προσόδους και ζει έντονους ή σκανδαλώδεις έρωτες -το πολύ αγαπημένο "Πόλεμος και Ειρήνη" δίνει μια καλή εικόνα για τις έγνοιες της άρχουσας τάξης της εποχής. Το εμπόριο ήταν για τους "παρείσακτους" ( πχ τους Εβραίους ή τους Έλληνες) και τους κοινωνικά υποδεέστερους (πχ τους επιστάτες των κτημάτων). Όλοι αυτοί, όμως, ζητούσαν περισσότερο τη δική τους συμμετοχή στις προσόδους παρά ένα σύγχρονο κράτος και μια βιομηχανική κοινωνία. Η βιομηχανία απασχολούσε μόνο τους ξένους όπως πχ την οικογένεια Νομπέλ, από τη Σουηδία, οι οποίοι πειραματίζονταν με επικίνδυνα πράγματα, όπως η νιτρογλυκερίνη, ή κάποιους Γάλλους επιχειρηματίες, οι οποίοι ακολούθησαν τις οδηγίες της γαλλικής κυβέρνησης που ήθελε αντίβαρο στην ενδυνάμωση της Γερμανίας. Οι επιστήμες και οι τέχνες έμοιαζαν με χόμπι πλουσίων. Στα τέλη του 19ου αι. η Ρωσία έδωσε προσωπικότητες πρώτου μεγέθους στη χημεία, την αεροναυπηγική, τη μουσική, το μυθιστόρημα. Παρόλα αυτά, δε στήθηκε μια ανταγωνιστική βιομηχανία -βασισμένη σε Ρώσους -σε κανένα κλάδο. Ατυχέστατο. Κάθε νέο υπόδειγμα, για να λειτουργήσει αποτελεσματικά, απαιτεί την ενεργό συμμετοχή των εγχώριων παραγωγικών τάξεων, δεν επιβάλλεται "απ 'έξω".
Η κατάσταση άλλαξε ριζικά μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ανάμεσα στο δίλημμα "διάλυση ή κομμουνισμός" που τέθηκε επιτακτικά, όταν οι απανωτές στρατιωτικές αποτυχίες έκαναν σαφές στους Ρώσους ότι οι αστοί δεν τα κατάφερναν καλύτερα από τους αριστοκράτες στο χτίσιμο μιας βιομηχανικής κοινωνίας, η απάντηση που δόθηκε -με εμφύλιο πόλεμο, όχι με εκλογές -ήταν "κομμουνισμός". Και, πράγματι, οι κομμουνιστές απέρριψαν τις πολιτικά ενοχλητικές ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης για την αστική δημοκρατία και τα δικαιώματα του ανθρώπου αλλά προχώρησαν σε αφομοίωση των διδαγμάτων των δύο βιομηχανικών επαναστάσεων στην οικονομία, στηριζόμενοι αποκλειστικά στον κεντρικό σχεδιασμό -τα περίφημα "πενταετή σχέδια". Εξηλεκτρισμός, βαριά βιομηχανία, δημόσια έργα και στρατιωτικοποίηση της οικονομίας είναι οι βασικές παράμετροι μιας εκβιομηχάνισης, σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Με βαρύτατο τίμημα, όμως. Και μάλιστα σε ανθρώπινες ζωές. Δεν ήταν μόνο οι πολιτικά διωκόμενοι τα θύματα του σοβιετικού καθεστώτος. Οι αποτυχίες του κεντρικού σχεδιασμού οδηγούσαν σε λιμούς, σε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα, σε κακή διαχείριση της δημόσιας υγείας ή των πυρηνικών ατυχημάτων. Πχ κατά το Β ΠΠ, η Ρωσία είχε περισσότερους νεκρούς από τους ηττημένους Γερμανούς και διπλάσιους νεκρούς από τους Ιάπωνες -οι οποίοι όμως είχαν εύκολη πρόσβαση σε εφόδια. Ένα νέο υπόδειγμα πρέπει να έχει ισορροπία στους στόχους και να επιδέχεται αναθεωρήσεις. Αλλιώς, όπως στην περίπτωση της ΕΣΣΔ, οι επιτυχίες θα εναλλάσσονται με τις καταστροφές -αντί να εναλλάσσονται με τις αποτυχίες.
Οι οικονομικές επιτυχίες -και η έλλειψη δημοκρατικού ελέγχου -έκαναν τη ρωσική κυβέρνηση να ονειρεύεται "στρατηγική ισοτιμία" με τις ΗΠΑ. Από μια περιφερειακή δύναμη, προσπάθησαν να γίνουν υπερδύναμη: διαρκείς εξοπλισμοί στα πυρηνικά, ανταγωνισμός στο διάστημα, μεγάλοι στόλοι, ενίσχυση κάθε αντιαμερικανικού κινήματος -ακόμη και μη κομμουνιστικών -στον Τρίτο Κόσμο κλπ. Μόνο που κρίση του βιομηχανικού κόσμου (Μάης '68, Άνοιξη της Πράγας, έναρξη της παγκοσμιοποίησης κα) οδήγησε τις δυτικές χώρες στην τρίτη βιομηχανική επανάσταση: σύνθετα τεχνολογικά και χρηματοπιστωτικά προϊόντα, Κοινή Αγορά, outsourcing, "πολυπολισμικότητα" στους εργασιακούς χώρους των επιχειρήσεων και τις μεγάλες πόλεις, συγχωνεύσεις, spin offs και τόσα άλλα που έχουν περιγραφεί διεξοδικά στην οικονομική βιβλιογραφία και τον τύπο. Όλα αυτά επέτρεψαν την απόκτηση σοβαρών ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων των δυτικών οικονομιών έναντι της σοβιετικής οικονομίας, σε μια εποχή που οι πολίτες της ΕΣΣΔ έκαναν συγκρίσεις με το εξωτερικό και ζητούσαν από τους ηγέτες τους κάτι παραπάνω από την απλή επιβίωση. Με όρους της Β΄ βιομηχανικής επανάστασης (άνθρακας και χάλυβας) η ΕΣΣΔ ήταν πανίσχυρη. Με όρους της Γ΄ βιομηχανικής επανάστασης (πληροφορική, νέα υλικά, γενετική) ήταν ανύπαρκτη.
Αλλά ο βραδυκίνητος κεντρικός σχεδιασμός δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τις εξελίξεις. Δεν υπήρχαν αντίβαρα στην πολιτική, ούτε την οικονομία, ώστε να ξεκινήσει μια νέα προσπάθεια. Οι νέες δυνάμεις δεν μπορούσαν να γεννηθούν, χωρίς πολιτική μεταβολή. Η συνέχεια είναι γνωστή. Η κατάληξη, επίσης: σε όλη τη δεκαετία του '90, οι ζωές των πολιτών μιας τέως υπερδύναμης είχαν καταστραφεί για μία ακόμη φορά στην Ιστορία τους. Το προσδόκιμο ζωής έπεφτε διαρκώς, οι αυτοκτονίες και ο αλκοολισμός ήταν όλο και πιο συνηθισμένα φαινόμενα. Πρώην αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού και της KGB, εκπαιδευμένοι στην καλύτερη τεχνολογία και τις πιο προχωρημένες τεχνικές, δούλευαν για τη μαφία και σκοτώνονταν σε συμπλοκές. Επιστήμονες κατέληξαν να δουλεύουν στα εργοστάσια ή τους αγρούς καπιταλιστικών χωρών χωρίς ιδιαίτερο επίπεδο ανάπτυξης. Νεαρές μπαλαρίνες που είχαν ξεκινήσει τη σταδιοδρομία τους ερμηνεύοντας έργα του Τσαϊκόφσκι ή του Μποροντίν, είχαν ακόμη χειρότερη μοίρα. Και, στο τέλος, έπειτα από άκρως προβληματικές, από κάθε άποψη, ιδιωτικοποιήσεις, επί Γιέλτσιν, η Ρωσία, επί Πούτιν, στράφηκε στον ορυκτό πλούτο, τη σίγουρη λύση, για άμεσο συνάλλαγμα. Οι φιλοδοξίες της δεκαετίας του '70 για εξωστρέφεια και καινοτομία "πάγωσαν" -υποχρεωτικά, ίσως. Και η Ρωσία κατέληξε να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις της Γερμανίας, την οποία είχε νικήσει και κρατήσει διαιρεμένη για δεκαετίες. Όταν μια χώρα αποτυγχάνει να υιοθετήσει το πιο σύγχρονο υπόδειγμα, η δυστυχία μεγαλώνει και οι ταπεινώσεις για την κοινωνία της είναι πολλές. Δεν υπάρχει μόνο μία χώρα στον πλανήτη, υπάρχουν δεκάδες και μάλιστα μπορεί να είναι πραγματικοί ή εν δυνάμει αντίπαλοι. Αν η Ελλάδα απέφυγε τα χειρότερα, μέχρι στιγμής, είναι γιατί ανήκει στα κλαμπ των ισχυρών. Οι οποίοι προσφέρουν διαρκώς υποδείγματα και καινοτομίες (για το Καλό και για το Κακό) στην ανθρωπότητα -και πληρώνουν τα ελλείμματα των ελληνικών προϋπολογισμών. Είναι σοφό να βασιζόμαστε πάντα στους άλλους; Ή μήπως ήρθε η στιγμή να πάρουμε την πρωτοβουλία για κάτι καλύτερο;
Αλλά ο βραδυκίνητος κεντρικός σχεδιασμός δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τις εξελίξεις. Δεν υπήρχαν αντίβαρα στην πολιτική, ούτε την οικονομία, ώστε να ξεκινήσει μια νέα προσπάθεια. Οι νέες δυνάμεις δεν μπορούσαν να γεννηθούν, χωρίς πολιτική μεταβολή. Η συνέχεια είναι γνωστή. Η κατάληξη, επίσης: σε όλη τη δεκαετία του '90, οι ζωές των πολιτών μιας τέως υπερδύναμης είχαν καταστραφεί για μία ακόμη φορά στην Ιστορία τους. Το προσδόκιμο ζωής έπεφτε διαρκώς, οι αυτοκτονίες και ο αλκοολισμός ήταν όλο και πιο συνηθισμένα φαινόμενα. Πρώην αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού και της KGB, εκπαιδευμένοι στην καλύτερη τεχνολογία και τις πιο προχωρημένες τεχνικές, δούλευαν για τη μαφία και σκοτώνονταν σε συμπλοκές. Επιστήμονες κατέληξαν να δουλεύουν στα εργοστάσια ή τους αγρούς καπιταλιστικών χωρών χωρίς ιδιαίτερο επίπεδο ανάπτυξης. Νεαρές μπαλαρίνες που είχαν ξεκινήσει τη σταδιοδρομία τους ερμηνεύοντας έργα του Τσαϊκόφσκι ή του Μποροντίν, είχαν ακόμη χειρότερη μοίρα. Και, στο τέλος, έπειτα από άκρως προβληματικές, από κάθε άποψη, ιδιωτικοποιήσεις, επί Γιέλτσιν, η Ρωσία, επί Πούτιν, στράφηκε στον ορυκτό πλούτο, τη σίγουρη λύση, για άμεσο συνάλλαγμα. Οι φιλοδοξίες της δεκαετίας του '70 για εξωστρέφεια και καινοτομία "πάγωσαν" -υποχρεωτικά, ίσως. Και η Ρωσία κατέληξε να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις της Γερμανίας, την οποία είχε νικήσει και κρατήσει διαιρεμένη για δεκαετίες. Όταν μια χώρα αποτυγχάνει να υιοθετήσει το πιο σύγχρονο υπόδειγμα, η δυστυχία μεγαλώνει και οι ταπεινώσεις για την κοινωνία της είναι πολλές. Δεν υπάρχει μόνο μία χώρα στον πλανήτη, υπάρχουν δεκάδες και μάλιστα μπορεί να είναι πραγματικοί ή εν δυνάμει αντίπαλοι. Αν η Ελλάδα απέφυγε τα χειρότερα, μέχρι στιγμής, είναι γιατί ανήκει στα κλαμπ των ισχυρών. Οι οποίοι προσφέρουν διαρκώς υποδείγματα και καινοτομίες (για το Καλό και για το Κακό) στην ανθρωπότητα -και πληρώνουν τα ελλείμματα των ελληνικών προϋπολογισμών. Είναι σοφό να βασιζόμαστε πάντα στους άλλους; Ή μήπως ήρθε η στιγμή να πάρουμε την πρωτοβουλία για κάτι καλύτερο;
Πόσοι δρόμοι υπάρχουν, λοιπόν, για τον εκσυγχρονισμό -ο οποίος, μάλλον, ως εξελικτική διαδικασία δεν τελειώνει ποτέ;
Υπάρχει, προφανώς, ο δρόμος των ΗΠΑ, της μεταπολεμικής Γερμανίας, της μεταπολεμικής Ιαπωνίας, της μεταπολεμικής Γαλλίας και των σκανδιναβικών χωρών. Η πρόοδος για αυτούς είναι ταυτόχρονα πολιτική και οικονομική διαδικασία, η οποία βασίζεται στη συναίνεση ανάμεσα στους κοινωνικούς εταίρους και με επίγνωση ότι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι μεν επιθυμητή αλλά και διαφορετική από την ακριβοδικία. Κινούνται είτε με ορμητικότητα, όπως οι ΗΠΑ και οι σκανδιναβικές χώρες ή πιο διστακτικά, όπως οι υπόλοιποι. Ίσως, το ΗΒ να μπορεί να ενταχθεί πλέον εδώ. Φυσικά, ακόμη και σ' αυτή την κατηγορία υπάρχουν διαφοροποιήσεις: πχ στην Ιαπωνία υπάρχουν ακόμη αμερικανικά στρατεύματα και θα υπάρχουν και στο μέλλον. Κάθε χώρα, όσο ισχυρή κι αν είναι, πληρώνει τα λάθη που έκανε στο παρελθόν και τα μεγάλα λάθη πληρώνονται ακριβότερα. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα.
Υπάρχει ο δρόμος της αποθέωσης της πολιτικής διάστασης του εκσυγχρονισμού και της υποτίμησης της οικονομικής του διάστασης. Η Γαλλία μέχρι το Β ΠΠ και ο Ευρωπαϊκός Νότος μέχρι σήμερα είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Αν ποτέ ξεκινήσει ο εκσυγχρονισμός στη Μέση Ανατολή, κατά πάσα πιθανότητα, σ' αυτή την κατηγορία θα ενταχθούν και εκείνες οι χώρες. Τέτοιες κοινωνίες παράγουν περισσότερη ιδεολογία από όση πραγματικά χρειάζονται και μπορούν να "καταναλώσουν". Συνήθως δεν μπορούν καν να συνειδητοποιήσουν πόσο τους κοστίζει μακροπρόθεσμα η τεχνοφοβία, η δογματική εκπαίδευση, η εγκατάλειψη της επιχειρηματικότητας, η επιχειρηματική και πολιτιστική εσωστρέφεια. Και νιώθουν ταπείνωση όταν τους ξεπερνούν στον πλούτο οι χώρες του επόμενου δρόμου.
Ο επόμενος δρόμος είναι, προφανώς, ο αντίθετος, η μανιακή προσκόλληση στην οικονομική ανάπτυξη, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τον εκδημοκρατισμό. Η Γερμανία και η Ιαπωνία ανήκαν κάποτε σ' αυτή την κατηγορία, η Κίνα, η ΕΣΣΔ αλλά και η τωρινή Ρωσία ή η Τουρκία ανήκουν εκεί σήμερα. Τέτοιες χώρες, αν δεν αλλάξουν εγκαίρως πορεία, γίνονται επικίνδυνες, κάποια στιγμή, για μια περιοχή (αν είναι μικρές) ή για την ανθρωπότητα, (αν είναι μεγάλες) και, σε κάθε περίπτωση, για το λαό τους. Η βιομηχανική ισχύς είναι εθιστική και "μεθά" εύκολα κυβερνήσεις που δεν έχουν κανένα δημοκρατικό έλεγχο.
Ο τέταρτος δρόμος είναι η αναποφασιστικότητα μέχρι να προκληθούν τετελεσμένα σε βάρος της χώρας. Μερικές χώρες, σε κάποιες περιόδους, καταλαβαίνουν ότι ο κόσμος προχωρά μπροστά αλλά αδιαφορούν ή το καταγγέλλουν διαρκώς γιατί δεν τους αρέσουν οι επερχόμενες αλλαγές. Η τσαρική Ρωσία και η Ανατολική Ευρώπη, κατά περιόδους, ή η Μέση Ανατολή ή Λατινική Αμερική (χωρίς τη Βραζιλία πλέον) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Βέβαια, στο τέλος οι αλλαγές έρχονται. Αλλά αφού προηγηθεί κάποια εθνική ή κοινωνική καταστροφή, μεγάλης κλίμακας. Αν η σημερινή Ελλάδα συνεχίσει την εσωστρέφεια, μάλλον εδώ θα καταλήξει. Και, όπως είναι γνωστό, η πρόσφατη ελληνική ιστορία έχει να παρουσιάσει τόσο νίκες όσο και καταστροφές, κάθε τύπου.
Θα ήμουν εκτός θέματος αν αναφερόμουν στις πιο άτυχες περιοχές του κόσμου που απορρίπτουν κάθε εκσυγχρονισμό -πλην, ίσως, των εξοπλισμών -όπως πχ η υποσαχάρια Αφρική. Όσο για το δρόμο που θα επιλέξει τελικά η χώρα μας, θα φανεί. Μερικά από τα υποδείγματα και τις καινοτομίες, πάντως, που μου κινούν, προσωπικά, το ενδιαφέρον (και ανεξάρτητα μεταξύ τους), είναι η συμμετοχική δημοκρατία στην Καλιφόρνια και την Ελβετία, η Σιγκαπούρη ως πόλη -κράτος, το σύστημα της Google (οι μεγαλύτερες καινοτομίες δωρεάν σε όλους), άκρως επιτυχημένοι συνεταιρισμοί, από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς της Δανίας, μέχρι τη Goldman Sachs και τη McKinsey, διακρατικές συνεργασίες, όπως το CERN, και πολλά άλλα. Ένα από όλα αυτά να υιοθετήσει σήμερα επιτυχώς η Ελλάδα ή να μεταφερθεί επιτυχώς στην ελληνική οικονομία, μακροπρόθεσμα, θα έχουμε λύσει πολλά προβλήματα. Το πολιτικό ερώτημα είναι αν υπάρχει κάποιο κοινοβουλευτικό κόμμα που να ενδιαφέρεται για κάτι από αυτά. Δεν αρκεί να μιλάμε για μεταρρυθμίσεις και τομές, πρέπει να τις ψάχνουμε όπου έχουν ήδη εφαρμοστεί και υπό τις συνθήκες που έχουν εφαρμοστεί. Είναι πιο ασφαλές από το να προσπαθούμε για την "επανεφεύρεση του τροχού", σε μια εποχή που η χώρα κάνει ένα βήμα μπρος και ένα (στην καλύτερη περίπτωση) πίσω.
Υπάρχει, προφανώς, ο δρόμος των ΗΠΑ, της μεταπολεμικής Γερμανίας, της μεταπολεμικής Ιαπωνίας, της μεταπολεμικής Γαλλίας και των σκανδιναβικών χωρών. Η πρόοδος για αυτούς είναι ταυτόχρονα πολιτική και οικονομική διαδικασία, η οποία βασίζεται στη συναίνεση ανάμεσα στους κοινωνικούς εταίρους και με επίγνωση ότι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι μεν επιθυμητή αλλά και διαφορετική από την ακριβοδικία. Κινούνται είτε με ορμητικότητα, όπως οι ΗΠΑ και οι σκανδιναβικές χώρες ή πιο διστακτικά, όπως οι υπόλοιποι. Ίσως, το ΗΒ να μπορεί να ενταχθεί πλέον εδώ. Φυσικά, ακόμη και σ' αυτή την κατηγορία υπάρχουν διαφοροποιήσεις: πχ στην Ιαπωνία υπάρχουν ακόμη αμερικανικά στρατεύματα και θα υπάρχουν και στο μέλλον. Κάθε χώρα, όσο ισχυρή κι αν είναι, πληρώνει τα λάθη που έκανε στο παρελθόν και τα μεγάλα λάθη πληρώνονται ακριβότερα. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα.
Υπάρχει ο δρόμος της αποθέωσης της πολιτικής διάστασης του εκσυγχρονισμού και της υποτίμησης της οικονομικής του διάστασης. Η Γαλλία μέχρι το Β ΠΠ και ο Ευρωπαϊκός Νότος μέχρι σήμερα είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Αν ποτέ ξεκινήσει ο εκσυγχρονισμός στη Μέση Ανατολή, κατά πάσα πιθανότητα, σ' αυτή την κατηγορία θα ενταχθούν και εκείνες οι χώρες. Τέτοιες κοινωνίες παράγουν περισσότερη ιδεολογία από όση πραγματικά χρειάζονται και μπορούν να "καταναλώσουν". Συνήθως δεν μπορούν καν να συνειδητοποιήσουν πόσο τους κοστίζει μακροπρόθεσμα η τεχνοφοβία, η δογματική εκπαίδευση, η εγκατάλειψη της επιχειρηματικότητας, η επιχειρηματική και πολιτιστική εσωστρέφεια. Και νιώθουν ταπείνωση όταν τους ξεπερνούν στον πλούτο οι χώρες του επόμενου δρόμου.
Ο επόμενος δρόμος είναι, προφανώς, ο αντίθετος, η μανιακή προσκόλληση στην οικονομική ανάπτυξη, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τον εκδημοκρατισμό. Η Γερμανία και η Ιαπωνία ανήκαν κάποτε σ' αυτή την κατηγορία, η Κίνα, η ΕΣΣΔ αλλά και η τωρινή Ρωσία ή η Τουρκία ανήκουν εκεί σήμερα. Τέτοιες χώρες, αν δεν αλλάξουν εγκαίρως πορεία, γίνονται επικίνδυνες, κάποια στιγμή, για μια περιοχή (αν είναι μικρές) ή για την ανθρωπότητα, (αν είναι μεγάλες) και, σε κάθε περίπτωση, για το λαό τους. Η βιομηχανική ισχύς είναι εθιστική και "μεθά" εύκολα κυβερνήσεις που δεν έχουν κανένα δημοκρατικό έλεγχο.
Ο τέταρτος δρόμος είναι η αναποφασιστικότητα μέχρι να προκληθούν τετελεσμένα σε βάρος της χώρας. Μερικές χώρες, σε κάποιες περιόδους, καταλαβαίνουν ότι ο κόσμος προχωρά μπροστά αλλά αδιαφορούν ή το καταγγέλλουν διαρκώς γιατί δεν τους αρέσουν οι επερχόμενες αλλαγές. Η τσαρική Ρωσία και η Ανατολική Ευρώπη, κατά περιόδους, ή η Μέση Ανατολή ή Λατινική Αμερική (χωρίς τη Βραζιλία πλέον) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Βέβαια, στο τέλος οι αλλαγές έρχονται. Αλλά αφού προηγηθεί κάποια εθνική ή κοινωνική καταστροφή, μεγάλης κλίμακας. Αν η σημερινή Ελλάδα συνεχίσει την εσωστρέφεια, μάλλον εδώ θα καταλήξει. Και, όπως είναι γνωστό, η πρόσφατη ελληνική ιστορία έχει να παρουσιάσει τόσο νίκες όσο και καταστροφές, κάθε τύπου.
Θα ήμουν εκτός θέματος αν αναφερόμουν στις πιο άτυχες περιοχές του κόσμου που απορρίπτουν κάθε εκσυγχρονισμό -πλην, ίσως, των εξοπλισμών -όπως πχ η υποσαχάρια Αφρική. Όσο για το δρόμο που θα επιλέξει τελικά η χώρα μας, θα φανεί. Μερικά από τα υποδείγματα και τις καινοτομίες, πάντως, που μου κινούν, προσωπικά, το ενδιαφέρον (και ανεξάρτητα μεταξύ τους), είναι η συμμετοχική δημοκρατία στην Καλιφόρνια και την Ελβετία, η Σιγκαπούρη ως πόλη -κράτος, το σύστημα της Google (οι μεγαλύτερες καινοτομίες δωρεάν σε όλους), άκρως επιτυχημένοι συνεταιρισμοί, από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς της Δανίας, μέχρι τη Goldman Sachs και τη McKinsey, διακρατικές συνεργασίες, όπως το CERN, και πολλά άλλα. Ένα από όλα αυτά να υιοθετήσει σήμερα επιτυχώς η Ελλάδα ή να μεταφερθεί επιτυχώς στην ελληνική οικονομία, μακροπρόθεσμα, θα έχουμε λύσει πολλά προβλήματα. Το πολιτικό ερώτημα είναι αν υπάρχει κάποιο κοινοβουλευτικό κόμμα που να ενδιαφέρεται για κάτι από αυτά. Δεν αρκεί να μιλάμε για μεταρρυθμίσεις και τομές, πρέπει να τις ψάχνουμε όπου έχουν ήδη εφαρμοστεί και υπό τις συνθήκες που έχουν εφαρμοστεί. Είναι πιο ασφαλές από το να προσπαθούμε για την "επανεφεύρεση του τροχού", σε μια εποχή που η χώρα κάνει ένα βήμα μπρος και ένα (στην καλύτερη περίπτωση) πίσω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.